Bloggers Ενωμένοι, Ποτέ Νικημένοι

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος δεύτερον

Επίκτητος

Εγχειρίδιον

(μέρος δεύτερον)



ΙΔ
14.1 Ἐὰν θέλῃς τὰ τέκνα σου καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς φίλους σου πάντοτε ζῆν, ἠλίθιος εἶ· τὰ γὰρ μὴ ἐπὶ σοὶ θέλεις ἐπὶ σοὶ εἶναι καὶ τὰ ἀλλότρια σὰ εἶναι. οὕτω κἂν τὸν παῖδα θέλῃς μὴ ἁμαρτάνειν, μωρὸς εἶ· θέλεις γὰρ τὴν κακίαν μὴ εἶναι κακίαν, ἀλλ' ἄλλο τι. ἐὰν δὲ θέλῃς ὀρεγόμενος μὴ ἀποτυγχάνειν, τοῦτο δύνασαι. τοῦτο οὖν ἄσκει, ὃ δύνασαι. Αν θέλης τα παιδιά σου και η γυναίκα σου να ζουν παντοτινά, είσαι ηλίθιος· διότι θέλεις να εξουσιάζης ό,τι δεν σου ανήκει, και τα ξένα ιδικά σου να είνε. Ομοίως, και αν ο δούλος σου θέλης να μη κάμνη λάθη, είσαι μωρος· διότι είνε ως να θέλης η κακία να μην είνε κακία, αλλά κάτι τι άλλο. Αν πάλιν θέλης να μην αποτυγχάνης εις τας ορέξεις σου, τούτο αδύνατον δεν είνε. Προσπάθει να επιτυγχάνης λοιπόν ό,τι είνε δυνατόν να επιτύχης.
14.2 κύριος ἑκάστου ἐστὶν ὁ τῶν ὑπ' ἐκείνου θελομένων ἢ μὴ θελομένων ἔχων τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ περιποιῆσαι ἢ ἀφελέσθαι. ὅστις οὖν ἐλεύθερος εἶναι βούλεται, μήτε θελέτω τι μήτε φευγέτω τι τῶν ἐπ' ἄλλοις· εἰ δὲ μή, δουλεύειν ἀνάγκη. 2. Κύριος κάθε άνθρωπου είν' εκείνος που έχει την εξουσίαν να του δώση ή να του αφαιρέση ό,τι θέλει ή δεν θέλει. Εκείνος λοιπόν που θέλει να είνε ελεύθερος, ας μη θέλη, ή ας μην αποφεύγη τίποτε εκ των εξαρτωμένων από άλλους· ει δε μη, θα είνε αναγκαίως δούλος.


ΙΕ
15.1 Μέμνησο, ὅτι ὡς ἐν συμποσίῳ σε δεῖ ἀναστρέφεσθαι. περιφερόμενον γέγονέ τι κατὰ σέ· ἐκτείνας τὴν χεῖρα κοσμίως μετάλαβε. παρέρχεται· μὴ κάτεχε. οὔπω ἥκει· μὴ ἐπίβαλλε πόρρω τὴν ὄρεξιν, ἀλλὰ περίμενε, μέχρις ἂν γένηται κατὰ σέ. οὕτω πρὸς τέκνα, οὕτω πρὸς γυναῖκα, οὕτω πρὸς ἀρχάς, οὕτω πρὸς πλοῦτον· καὶ ἔσῃ ποτὲ ἄξιος τῶν θεῶν συμπότης. ἂν δὲ καὶ παρατεθέντων σοι μὴ λάβῃς, ἀλλ' ὑπερίδῃς, τότε οὐ μόνον συμπότης τῶν θεῶν ἔσῃ, ἀλλὰ καὶ συνάρχων. οὕτω γὰρ ποιῶν Διογένης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι ἀξίως θεῖοί τε ἦσαν καὶ ἐλέγοντο. Έχε υπ' όψει σου ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι εις την ζωήν σου, όπως εις ένα συμπόσιον (περιφέρουν εις το τραπέζι την απλάδα· άπλωσε και πάρε και συ, με διάκρισιν όμως· την απομακρύνουν; μη την κρατής. Δεν έφθασεν ακόμη; συγκράτει την όρεξίν σου έως ότου έλθη η σειρά σου), ομοίως προς τα παιδιά, προς την γυναίκα σου, κατ' αυτόν τον τρόπον προς τας αρχάς, προς τα πλούτη. Και θα κατασταθής τότε άξιος των θεών συμπότης. Αν δε, και αφού σου παρατεθούν τα τρόφιμα, τα περιφρονήσης και δεν απλώσης χέρι, τότε όχι μόνον συμπότης των θεών θα γείνης, αλλά και συνάρχων. Διότι ομοίως πράττοντες ο Διογένης και ο Ηράκλειτος, και οι όμοιοί των, επαξίως κ' ελέγοντο και ήσαν θείοι.


ΙΣΤ
16.1 Ὅταν κλαίοντα ἴδῃς τινὰ ἐν πένθει ἢ ἀποδημοῦντος τέκνου ἢ ἀπολωλεκότα τὰ ἑαυτοῦ, πρόσεχε μή σε ἡ φαντασία συναρπάσῃ ὡς ἐν κακοῖς ὄντος αὐτοῦ τοῖς ἐκτός, ἀλλ' εὐθὺς ἔστω πρόχειρον ὅτι ‘τοῦτον θλίβει οὐ τὸ συμβεβηκός (ἄλλον γὰρ οὐ θλίβει), ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτου’. μέχρι μέντοι λόγου μὴ ὄκνει συμπεριφέρεσθαι αὐτῷ, κἂν οὕτω τύχῃ, καὶ συνεπιστενάξαι· πρόσεχε μέντοι μὴ καὶ ἔσωθεν στενάξῃς. 1. Όταν ιδής κανένα πενθούντα να κλαίη, διότι ξενιτεύεται το παιδί του, η διότι έχασε την περιουσίαν του, πρόσεχε μη σε συναρπάση η φαντασία ότι τα εξωτερικά γεγονότα που του συμβαίνουν είνε κακά, αλλ' αμέσως να συλλογίζεσαι ότι δεν τον θλίβει το συμβεβηκός—αφού ούτε άλλον θλίβει—αλλά η περί τούτου γνώμη του. Και με τα λόγια μεν μη διστάζης να τον συλλυπήσαι· και, αν θέλης, ακόμη και αναστέναξε μαζί του· πρόσεχε μην αναστενάξης και μέσα σου όμως.


ΙΖ
17.1 Μέμνησο, ὅτι ὑποκριτὴς εἶ δράματος, οἵου ἂν θέλῃ ὁ διδάσκαλος· ἂν βραχύ, βραχέος· ἂν μακρόν, μακροῦ· ἂν πτωχὸν ὑποκρίνασθαί σε θέλῃ, ἵνα καὶ τοῦτον εὐφυῶς ὑποκρίνῃ ἂν χωλόν, ἂν ἄρχοντα, ἂν ἰδιώτην. σὸν γὰρ τοῦτ' ἔστι, τὸ δοθὲν ὑποκρίνασθαι πρόσωπον καλῶς· ἐκλέξασθαι δ' αὐτὸ ἄλλου. Συλλογίσου ότι είσαι υποκριτής του δράματος που ο ποιητής θέλει· αν είνε σύντομον το δράμα, συντόμου, αν μακρόν, μακρού· αν θέλη να υποκρίνεσαι πτωχόν, υποκρίνου και τον πτωχόν αρμόδια· αν χωλόν θέλη να υποκρίνεσαι, αν άρχοντα θέλη, αν θέλη ιδιώτην. Διότι εις την εξουσίαν σου είνε το να υποκριθής καλά το πρόσωπον που σου εδόθη· αλλά εις την εξουσίαν άλλου να εκλέξη το πρόσωπον που θα υποκριθής.


ΙΗ
18.1 Κόραξ ὅταν μὴ αἴσιον κεκράγῃ, μὴ συναρπαζέτω σε ἡ φαντασία· ἀλλ' εὐθὺς διαίρει παρὰ σεαυτῷ καὶ λέγε ὅτι ‘τούτων ἐμοὶ οὐδὲν ἐπισημαίνεται, ἀλλ' ἢ τῷ σωματίῳ μου ἢ τῷ κτησειδίῳ μου ἢ τῷ δοξαρίῳ μου ἢ τοῖς τέκνοις ἢ τῇ γυναικί. ἐμοὶ δὲ πάντα αἴσια σημαίνεται, ἐὰν ἐγὼ θέλω· ὅ τι γὰρ ἂν τούτων ἀποβαίνῃ, ἐπ' ἐμοί ἐστιν ὠφεληθῆναι ἀπ' αὐτοῦ’. Να μη σε ταράξη η φαντασία, αν τύχη και κράξη δυσοιώνως κοράκι· να διακρίνης λοιπόν αμέσως εντός σου, ότι εις όλ' αυτά τίποτε δεν προμηνύεται δι' εμέ, αλλ' ή 'ς το σώμα μου, είτε 'ς την περιουσιούλαν μου, ή την δοξούλαν μου, ή τα παιδιά μου, ή την γυναικά μου. Όμως εις εμέ όλα προμηνύοντ' ευχάριστα, αν εγώ το θέλω· επειδή, οτιδήποτε αν συμβή, υπάρχει τρόπος να ωφεληθώ απ' αυτό.


ΙΘ
19.1 Ἀνίκητος εἶναι δύνασαι, ἐὰν εἰς μηδένα ἀγῶνα 1. Ανίκητος είνε δυνατόν να είσαι, αν δεν κατέρχεσαι ποτέ εις αγώνα, εις τον οποίον δεν ημπορείς να νικήσης.
19.2 καταβαίνῃς, ὃν οὐκ ἔστιν ἐπὶ σοὶ νικῆσαι. ὅρα μήποτε ἰδών τινα προτιμώμενον ἢ μέγα δυνάμενον ἢ ἄλλως εὐδοκιμοῦντα μακαρίσῃς, ὑπὸ τῆς φαντασίας συναρπασθείς. ἐὰν γὰρ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν ἡ οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ ᾖ, οὔτε φθόνος οὔτε ζηλοτυπία χώραν ἔχει· σύ τε αὐτὸς οὐ στρατηγός, οὐ πρύτανις ἢ ὕπατος εἶναι θελήσεις, ἀλλ' ἐλεύθερος. μία δὲ ὁδὸς πρὸς τοῦτο, καταφρόνησις τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν. 2. Πρόσεχε, αν ιδής κάποιον προτιμώμενον, ή να έχη μεγάλην δύναμιν, ή κατ' άλλον τρόπον να ευδοκιμή, μήπως τον καλοτυχίσης συναρπασθείς από την φαντασίαν. Διότι, αν η ουσία του καλού υπάρχ' εις εκείνα που είνε εις την εξουσίαν μας, ούτε φθόνος, ούτε ζηλοτυπία έχει τον τόπον της, και συ ο ίδιος ούτε στρατηγός ούτε πρύτανις ή ύπατος θα επιθυμήσης να γείνης, αλλά ελεύθερος να μείνης. Ένας δρόμος προς τούτο υπάρχει: η καταφρόνησις εκείνων που δεν είνε εις την εξουσίαν μας.


Κ
20.1 Μέμνησο, ὅτι οὐχ ὁ λοιδορῶν ἢ ὁ τύπτων ὑβρίζει, ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτων ὡς ὑβριζόντων. ὅταν οὖν ἐρεθίσῃ σέ τις, ἴσθι, ὅτι ἡ σή σε ὑπόληψις ἠρέθικε. τοιγαροῦν ἐν πρώτοις πειρῶ ὑπὸ τῆς φαντασίας μὴ συναρπασθῆναι· ἂν γὰρ ἅπαξ χρόνου καὶ διατριβῆς τύχῃς, ῥᾷον κρατήσεις σεαυτοῦ. 1.Συλλογίσου ότι όχι εκείνος που κατηγορεί, ή εκείνος που κτυπά, υβρίζει, αλλά είνε η αντίληψίς μας η περί αυτών ότι τάχα υβρίζουν. Όταν λοιπόν σ' ερεθίση κανείς, γνώριζε, ότι μάλλον η αντίληψίς σου περί αυτού είνε που σε ηρέθισε. Πάσχιζε λοιπόν πρώτα, να μη συναρπάζεσαι από την φαντασίαν, διότι αν μίαν φοράν λάβης καιρόν και διάστημα, ευκολώτερα θα συγκρατήσης έπειτα τον εαυτόν σου.


ΚΑ
21.1 Θάνατος καὶ φυγὴ καὶ πάντα τὰ δεινὰ φαινόμενα πρὸ ὀφθαλμῶν ἔστω σοι καθ' ἡμέραν, μάλιστα δὲ πάντων ὁ θάνατος· καὶ οὐδὲν οὐδέποτε οὔτε ταπεινὸν ἐνθυμηθήσῃ οὔτε ἄγαν ἐπιθυμήσεις τινός. Τον θάνατον και την εξορίαν και όλα, όσα φοβερά φαίνονται, έχε τα καθημερινώς προ οφθαλμών και προ πάντων τον θάνατον έτσι κανένα πράγμα ποτέ ταπεινόν δεν θα συλλογισθής ούτε θα πολυεπιθυμήσης τίποτε.


ΚΒ
22.1 Εἰ φιλοσοφίας ἐπιθυμεῖς, παρασκευάζου αὐτόθεν ὡς καταγελασθησόμενος, ὡς καταμωκησομένων σου πολλῶν, ὡς ἐρούντων ὅτι ‘ἄφνω φιλόσοφος ἡμῖν ἐπανελήλυθε’ καὶ ‘πόθεν ἡμῖν αὕτη ἡ ὀφρύς;’ σὺ δὲ ὀφρὺν μὲν μὴ σχῇς· τῶν δὲ βελτίστων σοι φαινομένων οὕτως ἔχου, ὡς ὑπὸ τοῦ θεοῦ τεταγμένος εἰς ταύτην τὴν χώραν· μέμνησό τε διότι, ἐὰν μὲν ἐμμείνῃς τοῖς αὐτοῖς, οἱ καταγελῶντές σου τὸ πρότερον οὗτοί σε ὕστερον θαυμάσονται, ἐὰν δὲ ἡττηθῇς αὐτῶν, διπλοῦν προσλήψῃ καταγέλωτα. Εάν επιθυμής φιλοσοφίαν, προδιάθετε τον εαυτόν σου εις το περιγέλασμα και την καταφρόνησιν πολλών που θα πουν: “Ξαφνικά μας εγύρισεν ο φιλόσοφος, και από που κι' ως πού αυτό το φρύδι”. Και συ μη σηκώσης το φρύδι βέβαια· να κρατήσαι σφικτά όμως από όσα σου φαίνονται προτιμότερα, με την πεποίθησιν ότι είσαι τοποθετημένος εκεί από τον θεόν· και συλλογίσου ότι, εάν μεν επιμείνης εις τα ίδια, εκείνοι που σε περιγελούσαν άλλοτε, αυτοί υστερώτερα θα σε θαυμάσουν· εάν όμως νικηθής απέναντί των, θα προκαλέσης διπλά περιγελάσματα.


ΚΓ
23.1 Ἐάν ποτέ σοι γένηται ἔξω στραφῆναι πρὸς τὸ βούλεσθαι ἀρέσαι τινί, ἴσθι ὅτι ἀπώλεσας τὴν ἔνστασιν. ἀρκοῦ οὖν ἐν παντὶ τῷ εἶναι φιλόσοφος εἰ δὲ καὶ δοκεῖν βούλει [τῷ εἶναι], σαυτῷ φαίνου καὶ ἱκανὸς ἔσῃ. Αν ποτέ δώσης προσοχήν εις τα εξωτερικά αντικείμενα διά ν' αρέσης εις κάποιον, γνώριζε ότι έχασες τας αρχάς σου. Ν' αρκήσαι λοιπόν πάντοτε εις το να είσαι φιλόσοφος. Αν δε όχι να είσαι μόνον, αλλά θέλεις και να φαίνεσαι φιλόσοφος, να φαίνεσαι τοιούτος εις τον εαυτόν σου· και είνε αρκετόν.


ΚΔ
24.1 Οὗτοί σε οἱ διαλογισμοὶ μὴ θλιβέτωσαν ‘ἄτιμος ἐγὼ βιώσομαι καὶ οὐδεὶς οὐδαμοῦ’. εἰ γὰρ ἡ ἀτιμία ἐστὶ κακόν, οὐ δύνασαι ἐν κακῷ εἶναι δι' ἄλλον, οὐ μᾶλλον ἢ ἐν αἰσχρῷ· μή τι οὖν σόν ἐστιν ἔργον τὸ ἀρχῆς τυχεῖν ἢ παραληφθῆναι ἐφ' ἑστίασιν; οὐδαμῶς. πῶς οὖν ἔτι τοῦτ' ἔστιν ἀτιμία; πῶς δὲ οὐδεὶς οὐδαμοῦ ἔσῃ, ὃν ἐν μόνοις εἶναί τινα δεῖ τοῖς ἐπὶ σοί, ἐν οἷς ἔξεστί σοι εἶναι πλείστου ἀξίῳ; 1. Να μη σε θλίβουν διαλογισμοί σαν αυτούς: “Άδοξος και ασήμαντος θα περάσω την ζωήν μου”. Διότι, αν είνε κακόν η αδοξία, δεν ημπορεί να ευρίσκεσ' εξ αιτίας άλλου εις το κακόν περισσότερον παρ' όσον εξ αιτίας άλλου είνε δυνατόν να ευρίσκεσαι εις εντροπήν. Μήπως είνε λοιπόν το έργον σου το να επιτύχης εξουσίαν ή να σε προσκαλέσουν εις γεύμα; Καθόλου. Πώς λοιπόν ακόμη είνε τούτο ταπείνωσις, και πώς θα είσαι ασήμαντος εσύ, ο οποίος πρέπει να είσαι κάτι τι εις ό,τι είνε εις την εξουσίαν σου, όπου σου δίδεται αξιολογώτατος να είσαι;
24.2 ἀλλά σοι οἱ φίλοι ἀβοήθητοι ἔσονται. τί λέγεις τὸ ἀβοήθητοι; οὐχ ἕξουσι παρὰ σοῦ κερμάτιον· οὐδὲ πολίτας Ῥωμαίων αὐτοὺς ποιήσεις. τίς οὖν σοι εἶπεν, ὅτι ταῦτα τῶν ἐφ' ἡμῖν ἐστιν, οὐχὶ δὲ ἀλλότρια ἔργα; τίς δὲ δοῦναι δύναται ἑτέρῳ, ἃ μὴ ἔχει αὐτός; ‘κτῆσαι οὖν’, φησίν, ‘ἵνα ἡμεῖς ἔχωμεν’. 2. Αλλά θα μείνουν ίσως οι φίλοι σου αβοήθητοι. Διατί λέγεις το “αβοήθητοι”; Που δεν θα τους δώσης χαρτζιλίκι ούτε θα τους κάμης Ρωμαίους πολίτας; και ποιός λοιπόν σου είπεν, ότι αυτά είνε εις την εξουσίαν μας και όχι έργα ξένα; και ποίος τάχα ημπορεί να δώση εις τον άλλον ό,τι αυτός δεν έχει; “Απόκτησε συ λοιπόν” λέγει, “να έχομ' εμείς”.
24.3 εἰ δύναμαι κτήσασθαι τηρῶν ἐμαυτὸν αἰδήμονα καὶ πιστὸν καὶ μεγαλόφρονα, δείκνυε τὴν ὁδὸν καὶ κτήσομαι. εἰ δ' ἐμὲ ἀξιοῦτε τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐμαυτοῦ ἀπολέσαι, ἵνα ὑμεῖς τὰ μὴ ἀγαθὰ περιποιήσησθε, ὁρᾶτε ὑμεῖς, πῶς ἄνισοί ἐστε καὶ ἀγνώμονες. τί δὲ καὶ βούλεσθε μᾶλλον; ἀργύριον ἢ φίλον πιστὸν καὶ αἰδήμονα; εἰς τοῦτο οὖν μοι μᾶλλον συλλαμβάνετε καὶ μή, δι' ὧν ἀποβαλῶ αὐτὰ ταῦτα, ἐκεῖνά με πράσσειν ἀξιοῦτε. 3. Εάν ημπορώ ν' αποκτήσω διατηρών την αξιοπρέπειαν μου, την αξιοπιστίαν, την μεγαλοφροσύνην, δείχνε μου τον δρόμον και θα προσπαθήσω ν' αποκτήσω. Εαν όμως έχετε την αξίωσιν να χάσω τα ιδικά μου αγαθά, διά ν' αποκτήσετ' εσείς όσα δεν είνε αγαθά, βλέπετε πόσον είσθ' εσείς άδικοι και αγνώμονες. Και τί λοιπόν θέλετε περισσότερον; χρήματα ή φίλον πιστόν και αξιοπρεπή; προς τον σκοπόν λοιπόν τούτον βοηθείτέ με, και μην έχετε την αξίωσιν να κάμω εκείνα, διά των οποίων θα χάσω αυτά τ' αγαθά.
24.4 ‘ἀλλ' ἡ πατρίς, ὅσον ἐπ' ἐμοί’, φησίν, ‘ἀβοήθητος ἔσται’. πάλιν, ποίαν καὶ ταύτην βοήθειαν; στοὰς οὐχ ἕξει διὰ σὲ οὔτε βαλανεῖα. καὶ τί τοῦτο; οὐδὲ γὰρ ὑποδήματα ἔχει διὰ τὸν χαλκέα οὐδ' ὅπλα διὰ τὸν σκυτέα· ἱκανὸν δέ, ἐὰν ἕκαστος ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον. εἰ δὲ ἄλλον τινὰ αὐτῇ κατεσκεύαζες πολίτην πιστὸν καὶ αἰδήμονα, οὐδὲν ἂν αὐτὴν ὠφέλεις; ‘ναί.’ οὐκοῦν οὐδὲ σὺ αὐτὸς ἀνωφελὴς ἂν εἴης αὐτῇ. 4. Αλλά θα μείνη χωρίς την βοήθειάν μου η πατρίς, λέγει. Τί είδους βοήθεια είνε πάλιν που μου ζητείτε; ότι δεν θ' αποκτήση εξ αιτίας σου στοάς ούτε λουτρώνας; και τί μ' αυτό; αφού ούτε υποδήματα απέκτησ' εξ αιτίας του χαλκέως, ούτε όπλα εξ αιτίας του υποδηματοποιού· αρκεί αν ο καθείς εκπληρώνη το έργον του. Και μήπως, αν παρεσκεύαζες δι' αυτήν πολίτην πιστόν και αξιοπρεπή, δεν θα την ωφελούσες εις τίποτε; Ναι. Λοιπόν ούτε συ ο ίδιος θα της ήσουν ανωφελής.
24.5 ‘τίνα οὖν ἕξω’, φησί, ‘χώραν ἐν τῇ πόλει;’ ἣν ἂν δύνῃ φυλάττων ἅμα τὸν πιστὸν καὶ αἰδήμονα. εἰ δὲ ἐκείνην ὠφελεῖν βουλόμενος ἀποβαλεῖς ταῦτα, τί ὄφελος ἂν αὐτῇ γένοιο ἀναιδὴς καὶ ἄπιστος ἀποτελεσθείς; 5. “Ποίαν λοιπόν θέσιν θ' αποκτήσω εις την πόλιν;”— Οποιανδήποτε ημπορέσης ν' απόκτησης, διασώζων συγχρόνως εις τον χαρακτήρα σου την πίστιν και την αξιοπρέπειαν. Αν όμως θέλων να την ωφελής χάνης αυτάς σου τας αρετάς, ποίαν ωφέλειαν θα της δώσης, αφού πλέον γείνης αναξιοπρεπής και ανάξιος εμπιστοσύνης;


ΚΕ
25.1 Προετιμήθη σού τις ἐν ἑστιάσει ἢ ἐν προσαγορεύσει ἢ ἐν τῷ παραληφθῆναι εἰς συμβουλίαν; εἰ μὲν ἀγαθὰ ταῦτά ἐστι, χαίρειν σε δεῖ, ὅτι ἔτυχεν αὐτῶν ἐκεῖνος· εἰ δὲ κακά, μὴ ἄχθου, ὅτι σὺ αὐτῶν οὐκ ἔτυχες· μέμνησο δέ, ὅτι οὐ δύνασαι μὴ ταὐτὰ ποιῶν πρὸς τὸ τυγχάνειν τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν τῶν ἴσων ἀξιοῦσθαι. Έτυχε να προτιμηθή άλλος αντί σου εις γεύμα ή προσαγόρευσιν, είτε εις το να του ζητηθή συμβουλή; Εαν μεν αυτά είνε αγαθά, πρέπει να χαίρης ότι τα επέτυχεν εκείνος. Αν κακά, πάλιν να μη λυπήσαι, αφού δεν έτυχαν εις εσέ. Ενθυμού ακόμη ότι δεν πρέπει να έχης αξιώσεις ν' απολαύσης τα ίσα, μη κάμνων όσα οι άλλοι κάμνουν προς απόκτησιν εκείνων, που δεν είνε εις την εξουσίαν μας.
25.2 πῶς γὰρ ἴσον ἔχειν δύναται ὁ μὴ φοιτῶν ἐπὶ θύρας τινὸς τῷ φοιτῶντι; ὁ μὴ παραπέμπων τῷ παραπέμποντι; ὁ μὴ ἐπαινῶν τῷ ἐπαινοῦντι, ἄδικος οὖν ἔσῃ καὶ ἄπληστος, εἰ μὴ προϊέμενος ταῦτα, ἀνθ' ὧν ἐκεῖνα πιπράσκεται, προῖκα αὐτὰ βουλήσῃ λαμβάνειν. Διότι πώς είνε δυνατόν ν' απολαμβάνη τα ίσα εκείνος που δεν πολυσυχνάζει εις τας θύρας των μεγάλων μ' εκείνον που πολυσυχνάζει; εκείνος που δεν τους συνοδεύει μ' εκείνον που τους συντροφεύει; εκείνος που δεν τους επαινεί μ' εκείνον που τους επαινεί; Άδικος θα είσαι λοιπόν και άπληστος, αν, χωρίς να πλήρωσης την τιμήν, αντί της οποίας πωλούνται, θέλης να τα λάβης δωρεάν.
25.3 ἀλλὰ πόσου πιπράσκονται θρίδακες; ὀβολοῦ, ἂν οὕτω τύχῃ. ἂν οὖν τις προέμενος τὸν ὀβολὸν λάβῃ θρίδακας, σὺ δὲ μὴ προέμενος μὴ λάβῃς, μὴ οἴου ἔλαττον ἔχειν τοῦ λαβόντος. ὡς γὰρ ἐκεῖνος ἔχει θρίδακας, οὕτω σὺ τὸν ὀβολόν, ὃν οὐκ ἔδωκας. Πόσο έχουν τα μαρούλια; έναν οβολόν, ας υποθέσωμεν. Αν λοιπόν, αφού πληρώση κάποιος τον οβολόν, πάρη μαρούλια, συ πάλιν που δεν επλήρωσες δεν πάρης, μη νομίζης ότι έχεις ολιγώτερον από τον λαβόντα. Διότι, όπως εκείνος έχει μαρούλια, έχεις και συ τον οβολόν που δεν έδωκες.
25.4 τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐνταῦθα. οὐ παρεκλήθης ἐφ' ἑστίασίν τινος; οὐ γὰρ ἔδωκας τῷ καλοῦντι, ὅσου πωλεῖ τὸ δεῖπνον. ἐπαίνου δ' αὐτὸ πωλεῖ, θεραπείας πωλεῖ. δὸς οὖν τὸ διάφορον, εἰ σοι λυσιτελεῖ, ὅσου πωλεῖται. εἰ δὲ κἀκεῖνα θέλεις μὴ προΐεσθαι καὶ ταῦτα λαμβάνειν, ἄπληστος εἶ καὶ ἀβέλτερος.

Κατά τον αυτόν λοιπόν τρόπον κ' εδώ: Δεν προσεκλήθης εις γεύμα του δείνα, διότι δεν έδωκες εις τον προσκαλούντα εκείνα αντί των οποίων πωλεί το δείπνον, είτε αντ' επαίνου το πωλεί είτε αντί περιποιήσεων. Δώσε λοιπόν, αν σε συμφέρη, την τιμήν, αντί της οποίας πωλείται. Αν δε θέλης κ' εκείνα να μη πληρώνης, συγχρόνως δε να έχης και ταύτα, άπληστος είσαι και αδιόρθωτος.

25.5 οὐδὲν οὖν ἔχεις ἀντὶ τοῦ δείπνου; ἔχεις μὲν οὖν τὸ μὴ ἐπαινέσαι τοῦτον, ὃν οὐκ ἤθελες, τὸ μὴ ἀνασχέσθαι αὐτοῦ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσόδου.

5. Νομίζεις λοιπόν ότι τίποτε δεν έχεις ως αντάλλαγμα του δείπνου· αλλά έχεις αφ' ενός μεν ότι δεν επήνεσες εκείνον που δεν ήθελες, και εξ άλλου ότι δεν εδοκίμασες τους κακούς τρόπους των δούλων που φυλάττουν την είσοδόν του.



ΚΣΤ
26.1 Τὸ βούλημα τῆς φύσεως καταμαθεῖν ἔστιν ἐξ ὧν οὐ διαφερόμεθα πρὸς ἀλλήλους. οἷον, ὅταν ἄλλου παιδάριον κατεάξῃ τὸ ποτήριον, πρόχειρον εὐθὺς λέγειν ὅτι ‘τῶν γινομένων ἐστίν’. ἴσθι οὖν, ὅτι, ὅταν καὶ τὸ σὸν κατεαγῇ, τοιοῦτον εἶναί σε δεῖ, ὁποῖον ὅτε καὶ τὸ τοῦ ἄλλου κατεάγη. οὕτω μετατίθει καὶ ἐπὶ τὰ μείζονα. τέκνον ἄλλου τέθνηκεν ἢ γυνή; οὐδείς ἐστιν ὃς οὐκ ἂν εἴποι ὅτι ‘ἀνθρώπινον’· ἀλλ' ὅταν τὸ αὐτοῦ τινος ἀποθάνῃ, εὐθὺς ‘οἴμοι, τάλας ἐγώ’. ἐχρῆν δὲ μεμνῆσθαι, τί πάσχομεν περὶ ἄλλων αὐτὸ ἀκούσαντες. Το θέλημα της φύσεως είνε δυνατόν να μάθη κανείς εις εκείνα, περί των οποίων αι γνώμαί μας δεν διαφέρουν. Λόγου χάριν, όταν ενός άλλου το παιδάκι σπάση το ποτήρι, ημπορεί κανείς να έχη πρόχειρον το : “συνηθισμένα πράγματα”. Γνώριζε λοιπόν ότι, ακόμη και όταν σπάση το ιδικόν σου ποτήρι, πρέπει να είσαι τοιούτος οποίος θα ήσο και όταν είχε σπάση το ξένο ποτήρι. Μετάφερε την αναλογίαν τοιουτοτρόπως και εις τα μεγαλύτερα. Απέθανεν η γυναίκα ή το παιδί ενός άλλου; κανείς δεν υπάρχει που να μη σου πη “ανθρώπινον είνε τούτο”· αλλ' όταν αποθάνη το ιδικόν του παιδί κάποιου, λέγει ευθύς : Αλλοίμονο μου! Έπρεπεν όμως να ενθυμούμεθα τί πάσχομεν, όταν ακούωμεν να λέγεται τούτο δι άλλους.
...συνεχίζεται


Πηγή: Μικρός Απόπλους


Δεν υπάρχουν σχόλια:


Φίλοι μου bloggers



Ενημέρωση



Blogs με ενδιαφέρον


Αγαπημένες μου αναρτήσεις

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/11/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 14/11/2008

Lockheart, 29/8/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/8/2008

Εχετλαίος, 26/8/2008

Πυρίσπορος, 23/8/2008

Πυρίσπορος, 08/8/2008

Πυρίσπορος, 07/8/2008

Πυρίσπορος, 05/8/2008

Edelweiss, 31/7/2008

Πυρίσπορος, 20/7/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 20/7/2008

Πυρίσπορος, 27/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 26/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 24/6/2008

Πυρίσπορος, 24/6/2008

Αγαπημένο μου τετραδιάκι, 28/5/2008