Bloggers Ενωμένοι, Ποτέ Νικημένοι

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος τρίτον

Επίκτητος

Εγχειρίδιον

(μέρος τρίτον)



ΚΖ
27.1 Ὥσπερ σκοπὸς πρὸς τὸ ἀποτυχεῖν οὐ τίθεται, οὕτως οὐδὲ κακοῦ φύσις ἐν κόσμῳ γίνεται. Όπως δεν θέτει κανείς σκοπόν του την αποτυχίαν, τοιουτοτρόπως ούτε φύσις κακού γίνεται εις τον κόσμον.


ΚΗ
28.1 Εἰ μὲν τὸ σῶμά σού τις ἐπέτρεπε τῷ ἀπαντήσαντι, ἠγανάκτεις ἄν· ὅτι δὲ σὺ τὴν γνώμην τὴν σεαυτοῦ ἐπιτρέπεις τῷ τυχόντι, ἵνα, ἐὰν λοιδορήσηταί σοι, ταραχθῇ ἐκείνη καὶ συγχυθῇ, οὐκ αἰσχύνῃ τούτου ἕνεκα; Αν εμπιστεύοντο εις τον πρώτον τυχόντα το σώμά σου, θ' αγανακτούσες· και δεν εντρέπεσαι εμπιστευόμενος την ψυχήν σου εις τον τυχόντα, που είν' ενδεχόμενον να ταραχθή και να συγχυσθή;


ΚΘ
29.1 Ἑκάστου ἔργου σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα αὐτοῦ καὶ οὕτως ἔρχου ἐπ' αὐτό. εἰ δὲ μή, τὴν μὲν πρώτην προθύμως ἥξεις ἅτε μηδὲν τῶν ἑξῆς ἐντεθυμημένος, ὕστερον δὲ ἀναφανέντων δυσχερῶν τινων αἰσχρῶς ἀποστήσῃ. 1. Καθενός έργου να εξετάζης τα προηγούμενα και τα επακόλουθα του και κατ' αυτόν τον τρόπον να φθάνης εις αυτό· ειδεμή, θα συμβή κατ' αρχάς μεν πρόθυμα να το καταπιασθής, διότι δεν θα έχης συλλογισθή την αλληλουχίαν των πραγμάτων ύστερα δε, μόλις παρουσιασθούν κάποιαι δυσχέρειαι, θα τ' αφήσης μ' εντροπήν σου 'ς τη μέση.
29.2 θέλεις Ὀλύμπια νικῆσαι; κἀγώ, νὴ τοὺς θεούς· κομψὸν γάρ ἐστιν. ἀλλὰ σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα καὶ οὕτως ἅπτου τοῦ ἔργου. δεῖ σ' εὐτακτεῖν, ἀναγκοτροφεῖν, ἀπέχεσθαι πεμμάτων, γυμνάζεσθαι πρὸς ἀνάγκην, ἐν ὥρᾳ τεταγμένῃ, ἐν καύματι, ἐν ψύχει, μὴ ψυχρὸν πίνειν, μὴ οἶνον, ὡς ἔτυχεν, ἁπλῶς ὡς ἰατρῷ παραδεδωκέναι σεαυτὸν τῷ ἐπιστάτῃ, εἶτα ἐν τῷ ἀγῶνι παρορύσσεσθαι, ἔστι δὲ ὅτε χεῖρα ἐκβαλεῖν, σφυρὸν στρέψαι, πολλὴν ἁφὴν καταπιεῖν, ἔσθ' ὅτε μαστιγωθῆναι καὶ μετὰ τούτων πάντων νικηθῆναι. 2. Θέλεις να νικήσης εις τα Ολύμπια; Κ' εγώ μα τους θεούς· διότι είνε κάτι τι ωραίον. Αλλ' εξέταζε τα προηγούμενα και τα επακόλουθα και έπειτα να επιχειρής. Πρέπει να υπακούης εις ωρισμένην διδασκαλίαν· να τρώγης καταναγκαστικήν τροφήν, ν' απέχης από γλυκίσματα, να γυμνάζεται αναγκαστικώς εις ωρισμένην ώραν, με την ζέστην ,με το ψύχος, να μη πίνης ψυχρό νερό ούτε κρασί όπως τύχη, αλλά να παραδώσης τον εαυτόν σου εις τα χέρια του προπονητού, όπως εις χέρια ιατρού, έπειτα κατά την διάρκειαν της πάλης να κάμνης τάφρους—πότε να βγάλης το χέρι σου, να στραγγουλίσης το πόδι σου, να καταπιής σκόνην πολλήν, να μαστιγωθής κάποτε, και ύστερ' από όλ' αυτά, να νικηθής.
29.3 ταῦτα ἐπισκεψάμενος, ἂν ἔτι θέλῃς, ἔρχου ἐπὶ τὸ ἀθλεῖν. εἰ δὲ μή, ὡς τὰ παιδία ἀναστραφήσῃ, ἃ νῦν μὲν παλαιστὰς παίζει, νῦν δὲ μονομάχους, νῦν δὲ σαλπίζει, εἶτα τραγῳδεῖ· οὕτω καὶ σὺ νῦν μὲν ἀθλητής, νῦν δὲ μονομάχος, εἶτα ῥήτωρ, εἶτα φιλόσοφος, ὅλῃ δὲ τῇ ψυχῇ οὐδέν· ἀλλ' ὡς πίθηκος πᾶσαν θέαν, ἣν ἂν ἴδῃς, μιμῇ καὶ ἄλλο ἐξ ἄλλου σοι ἀρέσκει. οὐ γὰρ μετὰ σκέψεως ἦλθες ἐπί τι οὐδὲ περιοδεύσας, ἀλλ' εἰκῇ καὶ κατὰ ψυχρὰν ἐπιθυμίαν. 3. Αν, αφού καλοσκεφθής τ' ανωτέρω, δεν σου κοπή η όρεξις, γίνε αθλητής. Ει δ' άλλως, θα κάμης και συ σαν τα παιδιά που παίζουν τόρα τους παλαιστάς, τόρα τους μονομάχους, τόρα σαλπίζουν, έπειτα κάμνουν τους τραγωδούς· έτσι και συ τόρα μεν αθλητής, τόρα μονομάχος, έπειτα ρήτωρ, έπειτα φιλόσοφο; και με όλην την ψυχήν σου τίποτε, αλλά 'σάν πίθηκος, ό,τι ιδής απομιμείσαι και όλα σου αρέσουν διαδοχικώς. Διότι δεν εκαταπιάσθης κάτι τι με σκέψιν και προηγουμένην έρευναν, αλλά τυχαίως και χωρίς να το πολυεπιθυμής.
29.4 οὕτω θεασάμενοί τινες φιλόσοφον καὶ ἀκούσαντες οὕτω τινὸς λέγοντος, ὡς Εὐφράτης λέγει (καίτοι τίς οὕτω δύναται εἰπεῖν, ὡς ἐκεῖνος;), θέλουσι καὶ αὐτοὶ φιλοσοφεῖν. 4. Τοιουτοτρόπως μερικοί, αν τύχη και ιδούν φιλόσοφον, ή ακούσουν κανένα να ομιλή όπως ο Ευφράτης (αν και ποίος ημπορεί να ομιλήση όπως εκείνος;), θέλουν κ' εκείνοι να φιλοσοφούν.
29.5 ἄνθρωπε, πρῶτον ἐπίσκεψαι, ὁποῖόν ἐστι τὸ πρᾶγμα· εἶτα καὶ τὴν σεαυτοῦ φύσιν κατάμαθε, εἰ δύνασαι βαστάσαι. πένταθλος εἶναι βούλει ἢ παλαιστής; ἴδε σεαυτοῦ τοὺς βραχίονας, τοὺς μηρούς, τὴν ὀσφὺν κατάμαθε. 5. Άνθρωπε, πρώτα πρώτα ερεύνησε την φύσιν του πράγματος· έπειτα γνώρισε καλά και την ιδικήν σου φύσιν, αν ημπορείς να βαστάσης. Θέλεις ν' αγωνισθής εις το πένταθλον ή την πάλην; Κύτταξε τους βραχίονας σου, τους μηρούς σου, εξέτασε καλά την μέσην σου.
29.6 ἄλλος γὰρ πρὸς ἄλλο πέφυκε. δοκεῖς, ὅτι ταῦτα ποιῶν ὡσαύτως δύνασαι ἐσθίειν, ὡσαύτως πίνειν, ὁμοίως ὀρέγεσθαι, ὁμοίως δυσαρεστεῖν; ἀγρυπνῆσαι δεῖ, πονῆσαι, ἀπὸ τῶν οἰκείων ἀπελθεῖν, ὑπὸ παιδαρίου καταφρονηθῆναι, ὑπὸ τῶν ἀπαντώντων καταγελασθῆναι, ἐν παντὶ ἧττον ἔχειν, ἐν τιμῇ, ἐν ἀρχῇ, ἐν δίκῃ, ἐν πραγματίῳ παντί. 6. Διότι κάθε άνθρωπος έχει γείνη διά κάτι τι ιδιαίτερον. Νομίζεις ότι κάμνων αυτά ημπορείς κατά τον ίδιον τρόπον να τρώγης, να πίνης κατά τον ίδιον τρόπον, να ορέγεσαι, ν' αποστρέφεσαι ομοιοτρόπως; πρέπει ν' αγρυπνήσης, να κοπιάσης, να φύγης από το σπίτι σου, να καταγελασθής από τα δουλάκια, να καταγελασθής από τους διαβάτας, να μειονεκτής εις το κάθε τί, εις τας τιμάς, εις την αρχήν, εις τα δικαστήρια, εις κάθε πραγματάκι.
29.7 ταῦτα ἐπίσκεψαι. εἰ θέλεις ἀντικαταλλάξασθαι τούτων ἀπάθειαν, ἐλευθερίαν, ἀταραξίαν· εἰ δὲ μή, μὴ προσάγαγε. μὴ ὡς τὰ παιδία νῦν φιλόσοφος, ὕστερον δὲ τελώνης, εἶτα ῥήτωρ, εἶτα ἐπίτροπος Καίσαρος. ταῦτα οὐ συμφωνεῖ. ἕνα σε δεῖ ἄνθρωπον ἢ ἀγαθὸν ἢ κακὸν εἶναι· ἢ τὸ ἡγεμονικόν σε δεῖ ἐξεργάζεσθαι τὸ σαυτοῦ ἢ τὸ ἐκτὸς ἢ περὶ τὰ ἔσω φιλοτεχνεῖν ἢ περὶ τὰ ἔξω· τοῦτ' ἔστιν ἢ φιλοσόφου τάξιν ἐπέχειν ἢ ἰδιώτου. Συλλογίσου τα καλά. Αν θέλης ν' αντικαταστήσης μ' αυτά την απάθειαν, την ελευθερίαν, την αταραξίαν ει δ' άλλως, μην πλησιάσης. Μην γείνης 'σάν τα παιδάκια, τόρα φιλόσοφος, ύστερώτερα τελώνης, κατόπιν ρήτωρ, κατόπιν Καισαρικός επίτροπος. Αυτά δεν συμφωνούν. Πρέπει να είσαι ένας άνθρωπος ή αγαθός ή κακός, ή πρέπει να καλλιεργήσης την ψυχήν σου, ή τα εξωτερικά πράγματα, ή προς τα εσωτερικά να προσαρμόζης τον εαυτόν σου, ή προς τα εξωτερικά, δήλα δη να επέχης τάξιν ή φιλοσόφου ή ιδιώτου.


Λ’
30.1 Τὰ καθήκοντα ὡς ἐπίπαν ταῖς σχέσεσι παραμετρεῖται. πατήρ ἐστιν· ὑπαγορεύεται ἐπιμελεῖσθαι, παραχωρεῖν ἁπάντων, ἀνέχεσθαι λοιδοροῦντος, παίοντος. ‘ἀλλὰ πατὴρ κακός ἐστι’. μή τι οὖν πρὸς ἀγαθὸν πατέρα φύσει ᾠκειώθης; ἀλλὰ πρὸς πατέρα. ‘ὁ ἀδελφὸς ἀδικεῖ.’ τήρει τοιγαροῦν τὴν τάξιν τὴν σεαυτοῦ πρὸς αὐτὸν μηδὲ σκόπει, τί ἐκεῖνος ποιεῖ, ἀλλὰ τί σοὶ ποιήσαντι κατὰ φύσιν ἡ σὴ ἕξει προαίρεσις· σὲ γὰρ ἄλλος οὐ βλάψει, ἂν μὴ σὺ θέλῃς· τότε δὲ ἔσῃ βεβλαμμένος, ὅταν ὑπολάβῃς βλάπτεσθαι. οὕτως οὖν ἀπὸ τοῦ γείτονος, ἀπὸ τοῦ πολίτου, ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ τὸ καθῆκον εὑρήσεις, ἐὰν τὰς σχέσεις ἐθίζῃ θεωρεῖν. 1. Τα καθήκοντα γενικώς κανονίζονται κατά τας σχέσεις. Πατέρας σου είνε; Σου υπαγορεύεται να φροντίζης περί αυτού, να κάμνης παντού παραχωρήσεις, ν' ανέχεσαι τας ύβρεις του, τα κτυπήματά του. “Μα είνε κακός πατέρας”. Και μήπως έλαβες από την φύσιν καλόν πατέρα; έλαβες πατέρα. “Ο αδελφός μου με αδικεί”, θα 'πης. Να διατηρής μολαταύτα τα εκ των σχέσεων πηγάζοντα προς αυτόν καθήκοντα σου· ούτε και να εξετάζης τί κάμνει εκείνος, αλλά τί κάμνων εσύ θ' αφίνης μολαταύτα την ψυχικήν σου διάθεσιn προς την φύσιν σύμφωνην, διότι κανείς δεν θα σε βλάψη, αν δεν θέλης εσύ· τότε θα έχης πάθη βλάβην, όταν νομίσης ότι βλάπτεσαι. Αν λοιπόν φροντίζης κατ' αυτόν τον τρόπον να μανθάνης τας σχέσεις σου προς τον άλλον ως γείτονα, ως πολίτην ή ως στρατηγόν, θα συνηθίσης εις το να θεωρής τα εκ των σχέσεων καθήκοντα.


ΛΑ
31.1 Τῆς περὶ τοὺς θεοὺς εὐσεβείας ἴσθι ὅτι τὸ κυριώτατον ἐκεῖνό ἐστιν, ὀρθὰς ὑπολήψεις περὶ αὐτῶν ἔχειν ὡς ὄντων καὶ διοικούντων τὰ ὅλα καλῶς καὶ δικαίως καὶ σαυτὸν εἰς τοῦτο κατατεταχέναι, τὸ πείθεσθαι αὐτοῖς καὶ εἴκειν πᾶσι τοῖς γινομένοις καὶ ἀκολουθεῖν ἑκόντα ὡς ὑπὸ τῆς ἀρίστης γνώμης ἐπιτελουμένοις. οὕτω γὰρ οὐ μέμψῃ ποτὲ τοὺς θεοὺς οὔτε ἐγκαλέσεις ὡς ἀμελούμενος. 1. Γνώριζε, ότι το κυριώτατον της ευσεβείας προς τους θεούς είναι τούτο: να έχης δήλα δη ορθάς περί τούτων αντιλήψεις, ότι υπάρχουν και διοικούν όλα τα πράγματα καλά και δίκαια, και να έχης μονίμως τάξη τον εαυτόν σου εις τούτο, να πείθεσαι δήλα δη εις αυτούς και να υπείκης εις ό,τι γίνεται και ν' ακολουθής θεληματικά τούτο, ως επιτελούμενον πολύ ευλόγως. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ούτε θα παραπονεθής ποτέ εναντίον των θεών, ούτε θα τους κατηγορήσης ότι δεν φροντίζουν περί σου.
31.2 ἄλλως δὲ οὐχ οἷόν τε τοῦτο γίνεσθαι, ἐὰν μὴ ἄρῃς ἀπὸ τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν καὶ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν μόνοις θῇς τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. ὡς, ἄν γέ τι ἐκείνων ὑπολάβῃς ἀγαθὸν ἢ κακόν, πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν ἀποτυγχάνῃς ὧν θέλεις καὶ περιπίπτῃς οἷς μὴ θέλεις, μέμψασθαί σε καὶ μισεῖν τοὺς αἰτίους. 2. Κατ' άλλον τρόπον τούτο δεν είνε δυνατόν να γείνη, εάν δεν αφαρέσης από όσα δεν είνε εις την εξουσίαν μας το αγαθόν και το κακόν και το θέσης εις όσα έχομεν εις την εξουσίαν μας. Παραδείγματος χάριν, αν θεωρήσης κάποιο απ' αυτά αγαθόν ή κακόν, κατ' ανάγκην, όταν θ' αποτυγχάνης εις όσα θέλεις, και περιπίπτης εις όσα δεν θέλεις, θα κατηγορήσης και θα μισήσης τους αιτίους.
31.3 πέφυκε γὰρ πρὸς τοῦτο πᾶν ζῷον τὰ μὲν βλαβερὰ φαινόμενα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν φεύγειν καὶ ἐκτρέπεσθαι, τὰ δὲ ὠφέλιμα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν μετιέναι τε καὶ τεθηπέναι. ἀμήχανον οὖν βλάπτεσθαί τινα οἰόμενον χαίρειν τῷ δοκοῦντι βλάπτειν, ὥσπερ καὶ τὸ αὐτῇ τῇ βλάβῃ χαίρειν ἀδύνατον. 3. Διότι κάθε ζώον είνε πλασμένον ούτως ώστε, όσα μεν του φαίνονται βλαβερά, και τας αιτίας των ακόμη ν' αποφεύγη και ν' απομακρύνεται, όσα δε του φαίνονται ωφέλιμα, και τα αίτιά των να ζητή επιμόνως και να εξαφνίζεται εξ αφορμής των. Διότι είνε παράδοξον, νομίζων κανείς ότι βλάπτεται, να χαίρη εξ αιτίας εκείνου που νομίζει ότι τον βλάπτει, καθώς είνε δυνατόν να χαίρη δι' αυτήν ταύτην την βλάβην.
31.4 ἔνθεν καὶ πατὴρ ὑπὸ υἱοῦ λοιδορεῖται, ὅταν τῶν δοκούντων ἀγαθῶν εἶναι τῷ παιδὶ μὴ μεταδιδῷ· καὶ Πολυνείκην καὶ Ἐτεοκλέα τοῦτ' ἐποίησε πολεμίους ἀλλήλοις τὸ ἀγαθὸν οἴεσθαι τὴν τυραννίδα. διὰ τοῦτο καὶ ὁ γεωργὸς λοιδορεῖ τοὺς θεούς, διὰ τοῦτο ὁ ναύτης, διὰ τοῦτο ὁ ἔμπορος, διὰ τοῦτο οἱ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἀπολλύντες. ὅπου γὰρ τὸ συμφέρον, ἐπεῖ καὶ τὸ εὐσεβές. ὥστε, ὅστις ἐπιμελεῖται τοῦ ὀρέγεσθαι ὡς δεῖ καὶ ἐκκλίνειν, ἐν τῷ αὐτῷ καὶ εὐσεβείας ἐπιμελεῖται. 4. Διά τούτο και ο πατέρας κατηγορείται από τον υιόν, όταν δεν μεταδίδη εις το παιδί του από τα νομιζόμενα αγαθά· και τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή αυτό έκαμεν εχθρούς μεταξύ των, το ότι ενόμιζαν την βασιλείαν καλόν πράγμα. Διά τούτο και ο γεωργός κατηγορεί τους θεούς, διά τούτο ο ναύτης, διά τούτο ο έμπορος, διά τούτο όσοι χάνουν τας γυναίκας των και τα παιδιά των. Διότι, όπου το συμφέρον υπάρχει, εκεί και η ευσέβεια. Ώστ' εκείνος που φροντίζει διά τας ορέξεις του κατά πρέποντα τρόπον και διά τας αποστροφάς του, φροντίζει συγχρόνως και διά την ευσέβειαν.
31.5 σπένδειν δὲ καὶ θύειν καὶ ἀπάρχεσθαι κατὰ τὰ πάτρια ἑκάστοτε προσήκει καθαρῶς καὶ μὴ ἐπισεσυρμένως μηδὲ ἀμελῶς μηδέ γε γλίσχρως μηδὲ ὑπὲρ δύναμιν. 5. Το να κάμνης σπονδάς και να θυσιάζης και να κάμνης αναθήματα κατά τα πάτρια είνε προσήκον, ευρισκόμενος όμως εις καθαράν κατάστασιν και χωρίς νωχέλειαν, ούτε αφροντίστως, ούτε βέβαια πτωχικά, ούτε υπέρ την δύναμίν σου.


ΛΒ
32.1 Ὅταν μαντικῇ προσίῃς, μέμνησο, ὅτι, τί μὲν ἀποβήσεται, οὐκ οἶδας, ἀλλὰ ἥκεις ὡς παρὰ τοῦ μάντεως αὐτὸ πευσόμενος, ὁποῖον δέ τι ἐστίν, ἐλήλυθας εἰδώς, εἴπερ εἶ φιλόσοφος. εἰ γάρ ἐστί τι τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν, πᾶσα ἀνάγκη μήτε ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι μήτε κακόν. Όταν προσέρχεσαι εις μαντείον, συλλογίσου πως, τί θα γείνη μεν σου είνε άγνωστον, αλλ' ότι θα το μάθης από τον μάντιν, τί δε ημπορεί να είνε το ηξεύρεις εκ των προτέρων, αν είσαι βέβαια φιλόσοφος. Διότι, αν είνε κάτι από όσα δεν είνε εις την εξουσίαν μας, αναγκαίως ούτε αγαθόν ούτε κακόν θα είνε.
32.2 μὴ φέρε οὖν πρὸς τὸν μάντιν ὄρεξιν ἢ ἔκκλισιν μηδὲ τρέμων αὐτῷ πρόσει, ἀλλὰ διεγνωκώς, ὅτι πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ἀδιάφορον καὶ οὐδὲν πρὸς σέ, ὁποῖον δ' ἂν ᾖ, ἔσται αὐτῷ χρήσασθαι καλῶς καὶ τοῦτο οὐθεὶς κωλύσει. θαῤῥῶν οὖν ὡς ἐπὶ συμβούλους ἔρχου τοὺς θεούς· καὶ λοιπόν, ὅταν τί σοι συμβουλευθῇ, μέμνησο τίνας συμβούλους παρέλαβες καὶ τίνων παρακούσεις ἀπειθήσας. Να μη φέρης λοιπόν πηγαίνων εις τον μάντιν ούτε όρεξιν ούτε αποστροφήν μαζί σου, μήτε τρέμων να προσέρχεσαι, αλλά ωσάν άνθρωπος που έχει καλά γνωρίση ότι, πάν ό,τι μέλλει να συμβή είνε κάτι τι αδιάφορον και που δεν αφορά καθόλου εις αυτόν, και οτιδήποτε αν είνε ημπορείς να το χρησιμοποιήσης και κανείς δεν θα σ' εμποδίση εις τούτο. Με θάρρος λοιπόν να πηγαίνης προς τους θεούς, ως προς συμβούλους· και όταν σου δοθή κάποια συμβουλή, συλλογίσου ποίους συμβούλους παρέλαβες και ποίους, αν τυχόν απειθήσης, μέλλεις να παρακούσης.
32.3 ἔρχου δὲ ἐπὶ τὸ μαντεύεσθαι, καθάπερ ἠξίου Σωκράτης, ἐφ' ὧν ἡ πᾶσα σκέψις τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἔκβασιν ἔχει καὶ οὔτε ἐκ λόγου οὔτε ἐκ τέχνης τινὸς ἄλλης ἀφορμαὶ δίδονται πρὸς τὸ συνιδεῖν τὸ προκείμενον· ὥστε, ὅταν δεήσῃ συγκινδυνεῦσαι φίλῳ ἢ πατρίδι, μὴ μαντεύεσθαι, εἰ συγκινδυνευτέον. καὶ γὰρ ἂν προείπῃ σοι ὁ μάντις φαῦλα γεγονέναι τὰ ἱερά, δῆλον ὅτι θάνατος σημαίνεται ἢ πήρωσις μέρους τινὸς τοῦ σώματος ἢ φυγή· ἀλλ' αἱρεῖ ὁ λόγος καὶ σὺν τούτοις παρίστασθαι τῷ φίλῳ καὶ τῇ πατρίδι συγκινδυνεύειν. τοιγαροῦν τῷ μείζονι μάντει πρόσεχε, τῷ Πυθίῳ, ὃς ἐξέβαλε τοῦ ναοῦ τὸν οὐ βοηθήσαντα ἀναιρουμένῳ τῷ φίλῳ. 3. Και να πηγαίνης εις τα μαντεία, καθώς ήθελεν ο Σωκράτης, δι' όσα αναφέρονται εις την έκτασιν και περί των οποίων ούτε διά του λόγου, ούτε με κάποιαν άλλην τέχνην δίδονται αφορμαί να μάθης ό,τι θέλεις· ώστε, όταν θα χρειασθή να συγκινδυνεύσης με φίλον ή με την πατρίδα σου, δεν πρέπει να ερωτήσης το μαντείον, αν πρέπει να συγκινδυνεύσης. Διότι, και αν σου προείπη ο μάντις, ότι τα ιερά δεν προμηνύουν καλόν, είνε φανερόν ότι ο θάνατος σημαίνεται, ή φθορά εις μέρος του σώματός σου, είτε εξορία· αλλά ο λόγος επιτάττει και μ' όλ' αυτά να παραστέκεσαι εις τον φίλον σου και να συγκινδυνεύης με την πατρίδα σου. Λοιπόν πρόσεχε εις τον μεγαλύτερον μάντιν, τον Πύθιον, ο οποίος εξέβαλε ποτέ από τον ναόν τον μη βοηθήσαντα τον φίλον του, φονευόμενον.


ΛΓ
33.1 Τάξον τινὰ ἤδη χαρακτῆρα σαυτῷ καὶ τύπον, ὃν φυλάξεις ἐπί τε σεαυτοῦ ὢν καὶ ἀνθρώποις ἐντυγχάνων. 1. Διάγραψε απ' εδώ κ' εμπρός ένα χαρακτήρα εις τον εαυτόν σου, τον οποίον θα φύλαξης, και όταν είσαι μόνος και όταν είσαι με άλλους.
33.2 καὶ σιωπὴ τὸ πολὺ ἔστω ἢ λαλείσθω τὰ ἀναγκαῖα καὶ δι' ὀλίγων. σπανίως δέ ποτε καιροῦ παρακαλοῦντος ἐπὶ τὸ λέγειν λέξον μέν, ἀλλὰ περὶ οὐδενὸς τῶν τυχόντων· μὴ περὶ μονομαχιῶν, μὴ περὶ ἱπποδρομιῶν, μὴ περὶ ἀθλητῶν, μὴ περὶ βρωμάτων ἢ πομάτων, τῶν ἑκασταχοῦ, μάλιστα δὲ μὴ περὶ ἀνθρώπων ψέγων ἢ ἐπαινῶν ἢ συγκρίνων. 2. Και ως επί το πολύ σιωπήν να τηρής, ή να λέγης όσα είνε ανάγκη και κοντολογής. Σπανίως δε κάποτε, αν η περίστασις το καλέση να ομιλήσης, ομίλησε· αλλά διά κανέν από τα τυχόντα. Όχι περί μονομαχιών, όχι περί ιπποδρομιών, όχι περί αθλητών, όχι περί φαγητών ή ποτών, περί των οποίων ομιλούν εις κάθε συναναστροφήν, προ πάντων όχι περί ανθρώπων, με το να ψέγης, να επαινής ή να συγκρίνης.
33.3 ἂν μὲν οὖν οἷός τε ᾖς, μετάγαγε τοῖς σοῖς λόγοις καὶ τοὺς τῶν συνόντων ἐπὶ τὸ προσῆκον. εἰ δὲ ἐν ἀλλοφύλοις ἀποληφθεὶς τύχοις, σιώπα. 3. Αν λοιπόν δύνασαι, οδήγει με τους λόγους τους ιδικούς σου και τους λόγους των συντρόφων σου προς αρμόδια υποκείμενα ομιλίας. Αν όμως μέσα εις αλλοφύλους μόνος ευρίσκεσαι, σιώπα.
33.4 γέλως μὴ πολὺς ἔστω μηδὲ ἐπὶ πολλοῖς μηδὲ ἀνειμένος. 4. Να μη γελάς πολύ, ούτε εξ αφορμής πολλών πραγμάτων, ούτε υπερβολικά.
33.5 ὅρκον παραίτησαι, εἰ μὲν οἷόν τε, εἰς ἅπαν, εἰ δὲ μή, ἐκ τῶν ἐνόντων. 5. Να παραιτήσαι από όρκους, αν μεν είνε δυνατόν, ολότελα, ει δε μη, όσον ημπορείς περισσότερον.
33.6 ἑστιάσεις τὰς ἔξω καὶ ἰδιωτικὰς διακρούου· ἐὰν δέ ποτε γίνηται καιρός, ἐντετάσθω σοι ἡ προσοχή, μήποτε ἄρα ὑπορρυῇς εἰς ἰδιωτισμόν. ἴσθι γάρ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἑταῖρος ᾖ μεμολυσμένος, καὶ τὸν συνανατριβόμενον αὐτῷ συμμολύνεσθαι ἀνάγκη, κἂν αὐτὸς ὢν τύχῃ καθαρός. 6. Γεύματα με τους μη φιλοσόφους και τους ιδιώτας απόφευγε αν όμως έλθη ποτέ καιρός που να μην ημπορής να τ' αποφύγης, η προσοχή σου ας ενταθή, μήπως περιπέσης εις ιδιωτισμόν. Διότι πρέπει να γνωρίζης, ότι, αν ο σύντροφός σου είνε βρωμερός, και εκείνος που τρίβετ' επάνω του εξ ανάγκης θα κολλήση από την βρώμαν του, και αν τύχη να είνε καθαρός και αυτός.
33.7 τὰ περὶ τὸ σῶμα μέχρι τῆς χρείας ψιλῆς παραλάμβανε, οἷον τροφάς, πόμα, ἀμπεχόνην, οἰκίαν, οἰκετίαν· τὸ δὲ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν περίγραφε. 7. Να παραλαμβάνης τα απολύτως αναγκαία διά το σώμα σου, δηλαδή τροφάς, ποτόν, ρούχα, σπίτι, δούλους. Ό,τι δε είνε προς επίδειξιν ή τρυφήν απόρριπτε.
33.8 περὶ ἀφροδίσια εἰς δύναμιν πρὸ γάμου καθαρευτέον· ἁπτομένῳ δὲ ὧν νόμιμόν ἐστι μεταληπτέον. μὴ μέντοι ἐπαχθὴς γίνου τοῖς χρωμένοις μηδὲ ἐλεγκτικός· μηδὲ πολλαχοῦ τὸ ὅτι αὐτὸς οὐ χρῇ, παράφερε.
33.9 ἐὰν τίς σοι ἀπαγγείλῃ ὅτι ὁ δεῖνά σε κακῶς λέγει, μὴ ἀπολογοῦ πρὸς τὰ λεχθέντα, ἀλλ' ἀποκρίνου διότι ‘ἠγνόει γὰρ τὰ ἄλλα τὰ προσόντα μοι κακά, ἐπεὶ οὐκ ἂν ταῦτα μόνα ἔλεγεν’. 9. Εαν σου πη κανείς ότι ο δείνα σε κακολογεί, μην απολογείσαι προς ό,τι ελέχθη, αλλ' αποκρίνου ότι: “Δεν εγνώριζε βέβαια και πόσα άλλα κακά που έχω· διότι δεν θα εσταματούσ' εκεί”.
33.10 εἰς τὰ θέατρα τὸ πολὺ παριέναι οὐκ ἀναγκαῖον. εἰ δέ ποτε καιρὸς εἴη, μηδενὶ σπουδάζων φαίνου ἢ σεαυτῷ, τοῦτ' ἔστι. θέλε γίνεσθαι μόνα τὰ γινόμενα καὶ νικᾶν μόνον τὸν νικῶντα· οὕτω γὰρ οὐκ ἐμποδισθήσῃ. βοῆς δὲ καὶ τοῦ ἐπιγελᾶν τινι ἢ ἐπὶ πολὺ συγκινεῖσθαι παντελῶς ἀπέχου. καὶ μετὰ τὸ ἀπαλλαγῆναι μὴ πολλὰ περὶ τῶν γεγενημένων διαλέγου, ὅσα μὴ φέρει πρὸς τὴν σὴν ἐπανόρθωσιν· ἐμφαίνεται γὰρ ἐκ τοῦ τοιούτου, ὅτι ἐθαύμασας τὴν θέαν. 10. Δεν είνε αναγκαίον να συχνοπηγαίνης εις τα θέατρα. Αν δε τύχη περίστασις να πας, να μη φαίνεσαι πως προσέχεις εις κανένα παρά μόνον εις τον εαυτόν σου, τουτέστι να θέλης να γίνωνται μόνον όσα γίνονται και να νικά μόνον ο νικητής· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον δεν θα ενοχληθής. Ν' απέχης όμως από το να φωνάζης εντελώς και να μην πολυγελάς εις βάρος κανενός, ή να πολυσυγκινήσαι μαζί με τους άλλους. Και, αφού τελειώση το θέαμα, μην πολυμιλής περί εκείνων που έχουν γίνη, εκτός αν είνε κάτι που να συντείνη εις την βελτίωσιν σου· διότι ημπορούν να νομίσουν οι άλλοι ότι εθαύμασες το θέαμα.
33.11 εἰς ἀκροάσεις τινῶν μὴ εἰκῇ μηδὲ ῥᾳδίως πάριθι· παριὼν δὲ τὸ σεμνὸν καὶ τὸ εὐσταθὲς καὶ ἅμα ἀνεπαχθὲς φύλασσε. 11. Εις δημόσια αναγνώσματα να μη πηγαίνης όπου τύχη ούτε εύκολα· και, αν πας, διατήρει την βαρύτητά σου και την γαλήνην σου, που να μην είν ενοχλητική συγχρόνως εις τους άλλους.
33.12 ὅταν τινὶ μέλλῃς συμβαλεῖν, μάλιστα τῶν ἐν ὑπεροχῇ δοκούντων, πρόβαλε σαυτῷ, τί ἂν ἐποίησεν ἐν τούτῳ Σωκράτης ἢ Ζήνων, καὶ οὐκ ἀπορήσεις τοῦ χρήσασθαι προσηκόντως τῷ ἐμπεσόντι. 12. Όταν έχης να κάμης με κανένα, μάλιστα από όσους νομίζονται μεγάλοι, πρόβαλε εις τον εαυτόν σου εκείνο που ο Σωκράτης ή ο Ζήνων θα έκαμνεν εις ομοίαν περίστασιν και δεν θα λείψης από το να φερθής αρμοδίως εις αυτήν.
33.13 ὅταν φοιτᾷς πρός τινα τῶν μέγα δυναμένων, πρόβαλε, ὅτι οὐχ εὑρήσεις αὐτὸν ἔνδον, ὅτι ἀποκλεισθήσῃ, ὅτι ἐντιναχθήσονταί σοι αἱ θύραι, ὅτι οὐ φροντιεῖ σου. κἂν σὺν τούτοις ἐλθεῖν καθήκῃ, ἐλθὼν φέρε τὰ γινόμενα καὶ μηδέποτε εἴπῃς αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ὅτι ‘οὐκ ἦν τοσούτου’· ἰδιωτικὸν γὰρ καὶ διαβεβλημένον πρὸς τὰ ἐκτός. 13. Όταν συχνάζης εις το σπίτι κανενός από τους μεγαλοσιάνους, πρόβαλε εις τον εαυτόν σου ότι δεν θα τον εύρης μέσα, ότι δεν θα σε δεχθούν, ότι θα σου κλείσουν την θύραν κατά πρόσωπον, ότι πεντάρα δεν θα δώσουν για σένα. Και, αν μ' όλ' αυτά είνε ανάγκη να πας, πρέπει να υποφέρης τα γινόμενα και ποτέ να μην ειπής εις τον εαυτόν σου, ότι “δεν άξιζε τον κόπον”. Διότι τούτο θα ήρμοζεν εις ιδιώτην και άνθρωπον που ερεθίζεται από τα εξωτερικά πράγματα.
33.14 ἐν ταῖς ὁμιλίαις ἀπέστω τὸ ἑαυτοῦ τινων ἔργων ἢ κινδύνων ἐπὶ πολὺ καὶ ἀμέτρως μεμνῆσθαι. οὐ γάρ, ὡς σοὶ ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σῶν κινδύνων μεμνῆσθαι, οὕτω καὶ τοῖς ἄλλοις ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σοὶ συμβεβηκότων ἀκούειν. 14. Εις τας συναναστροφάς ν' απέχης από το να μνημονεύης ή έργα σου ή κινδύνους πολύ και αμέτρως. Διότι, όπως είν' ευχάριστον εις εσένα το να ομιλής περί των κινδύνων σου, δεν είν' ευχάριστον επίσης και εις τους άλλους ν' ακούουν δι' όσα σου έχουν συμβή.
33.15 ἀπέστω δὲ καὶ τὸ γέλωτα κινεῖν· ὀλισθηρὸς γὰρ ὁ τρόπος εἰς ἰδιωτισμὸν καὶ ἅμα ἱκανὸς τὴν αἰδῶ τὴν πρὸς σὲ τῶν πλησίον ἀνιέναι. 15. Ν' απέχης επίσης και από το να κάμνης τους άλλους να γελούν. Διότι είν' ενδεχόμενον να γλιστρήσης εις τους τρόπους των ιδιωτών και συγχρόνως τούτο να σου ελαττώση το σέβας εκείνων που σε πλησιάζουν.
33.16 ἐπισφαλὲς δὲ καὶ τὸ εἰς αἰσχρολογίαν προελθεῖν. ὅταν οὖν τι συμβῇ τοιοῦτον, ἂν μὲν εὔκαιρον ᾖ, καὶ ἐπίπληξον τῷ προελθόντι· εἰ δὲ μή, τῷ γε ἀποσιωπῆσαι καὶ ἐρυθριᾶσαι καὶ σκυθρωπάσαι δῆλος γίνου δυσχεραίνων τῷ λόγῳ. 16. Είν' επίσης επισφαλές και το να προβής εις αισχρολογίαν. Όταν λοιπόν συμβή κάτι παρόμοιον, αν το κρίνης κόμμοδον, και επίπληξε εκείνον που έκαμε την αρχήν· ει δε μη, με την σιωπήν σου και το ερύθημα του και με το να σκυθρωπάσης φανέρωνε την απαρέσκειάν σου προς τα λεγόμενα.


ΛΔ
34.1 Ὅταν ἡδονῆς τινος φαντασίαν λάβῃς, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων, φύλασσε σαυτόν, μὴ συναρπασθῇς ὑπ' αὐτῆς· ἀλλ' ἐκδεξάσθω σε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀναβολήν τινα παρὰ σεαυτοῦ λάβε. ἔπειτα μνήσθητι ἀμφοτέρων τῶν χρόνων, καθ' ὅν τε ἀπολαύσεις τῆς ἡδονῆς, καὶ καθ' ὃν ἀπολαύσας ὕστερον μετανοήσεις καὶ αὐτὸς σεαυτῷ λοιδορήσῃ· καὶ τούτοις ἀντίθες ὅπως ἀποσχόμενος χαιρήσεις καὶ ἐπαινέσεις αὐτὸς σεαυτόν. ἐὰν δέ σοι καιρὸς φανῇ ἅψασθαι τοῦ ἔργου, πρόσεχε, μὴ ἡττήσῃ σε τὸ προσηνὲς αὐτοῦ καὶ ἡδὺ καὶ ἐπαγωγόν· ἀλλ' ἀντιτίθει, πόσῳ ἄμεινον τὸ συνειδέναι σεαυτῷ ταύτην τὴν νίκην νενικηκότι. 1. Όταν κάποιας ηδονής φαντασία σου παρουσιασθή, όπως εις τας άλλας φαντασίας, προφύλαττε τον εαυτόν σου μήπως σε συναρπάση· αλλά πριν προβής εις πράξιν λάβε κάποιαν αναβολήν από τον εαυτόν του. Επειτα ενθυμήσου και τα δύο χρονικά σημεία, κ' εκείνο κατά το οποίον θ' απολαύσης την ηδονήν, κ' εκείνο κατά το οποίον, αφού απολαύσης την ηδονήν, ύστερα θα μετανοήσης και συ αυτός θα κατηγορήσης τον εαυτόν σου· και εις αυτά αντίθεσε, πως εάν κρατηθής εις αποχήν, θα χαρής και θα επαινέσης ο ίδιος τον εαυτόν σου· αν αι περιστάσεις απαιτήσουν να το βάλης εις ενέργειαν, πρόσεχε μήπως νικηθής από την γλυκύτητά του, το ευχάριστόν του και το επαγωγόν· αλλ' αντίθετε: πόσον είνε καλύτερον το να έχης συνείδησιν, ότι έχεις νικήση την νίκην αυτήν.


ΛΕ
35.1 Ὅταν τι διαγνούς, ὅτι ποιητέον ἐστί, ποιῇς, μηδέποτε φύγῃς ὀφθῆναι πράσσων αὐτό, κἂν ἀλλοῖόν τι μέλλωσιν οἱ πολλοὶ περὶ αὐτοῦ ὑπολαμβάνειν. εἰ μὲν γὰρ οὐκ ὀρθῶς ποιεῖς, αὐτὸ τὸ ἔργον φεῦγε· εἰ δὲ ὀρθῶς, τί φοβῇ τοὺς ἐπιπλήξοντας οὐκ ὀρθῶς; Όταν κάτι τι, αφού καλά εννοήσης ότι πρέπει να το κάμης, το κάμνης, μη φοβήσαι να σε ιδούν ότι το κάμνεις, και αν ο κόσμος μέλλη να συλλογίζεται κάτι τι όχι καλόν εις βάρος σου. Διότι, αν μεν δεν κάμνης καλά, απόφευγε αυτό το έργον, αν δε πάλιν καλά, τί φοβείσαι εκείνους που θα σ' επιπλήξουν όχι ορθώς;


ΛΣΤ
36.1 Ὡς τὸ ‘ἡμέρα ἐστί’ καὶ ‘νύξ ἐστι’ πρὸς μὲν τὸ διεζευγμένον μεγάλην ἔχει ἀξίαν, πρὸς δὲ τὸ συμπεπλεγμένον ἀπαξίαν, οὕτω καὶ τὸ τὴν μείζω μερίδα ἐκλέξασθαι πρὸς μὲν τὸ σῶμα ἐχέτω ἀξίαν, πρὸς δὲ <τὸ> τὸ κοινωνικὸν ἐν ἑστιάσει, οἷον δεῖ, φυλάξαι, ἀπαξίαν ἔχει. ὅταν οὖν συνεσθίῃς ἑτέρῳ, μέμνησο, μὴ μόνον τὴν πρὸς τὸ σῶμα ἀξίαν τῶν παρακειμένων ὁρᾶν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς τὸν ἑστιάτορα αἰδῶ φυλάξαι. Όπως το “είνε ημέρα” και το “είνε νύκτα” εις διαζευκτικήν μεν πρότασιν έχει μεγάλην αξίαν, εις δε συμπλεκτικήν καμμίαν, έτσι και εις ένα συμπόσιον το να διαλέξης διά τον εαυτόν σου την μεγαλυτέραν μερίδα αναφορικώς μεν προς το σώμα ας υποθέσωμεν ότι έχει αξίαν, αλλά δεν έχει αξίαν αναφορικώς προς τους κοινωνικούς τρόπους, που πρέπει να τηρής εις ένα γεύμα. Όταν λοιπόν συντρώγης με άλλον, ενθυμήσου να μη προσέχης εις την αναφορικώς προς το σώμα αξίαν των τροφών, αλλά και πως να διατηρήσης τον προς εκείνον που δίδει το συμπόσιον σεβασμόν.


ΛΖ
37.1 Ἐὰν ὑπὲρ δύναμιν ἀναλάβῃς τι πρόσωπον, καὶ ἐν τούτῳ ἠσχημόνησας καί, ὃ ἠδύνασο ἐκπληρῶσαι, παρέλιπες. Εαν αναλάβης κανένα ρόλον υπέρ τας δυνάμεις του, και εις τούτο έκαμες άσχημην παρουσίαν και παρέλειψες να κάμης ό,τι έπρεπεν.


ΛΗ
38.1 Ἐν τῷ περιπατεῖν καθάπερ προσέχεις, μὴ ἐπιβῇς ἥλῳ ἢ στρέψῃς τὸν πόδα σου, οὕτω πρόσεχε, μὴ καὶ τὸ ἡγεμονικὸν βλάψῃς τὸ σεαυτοῦ. καὶ τοῦτο ἐὰν ἐφ' ἑκάστου ἔργου παραφυλάσσωμεν, ἀσφαλέστερον ἁψόμεθα τοῦ ἔργου. Όταν περιπατής, καθώς προσέχεις μήπως πατήσης καρφί, ή στραγγουλίσης το πόδι σου, ομοίως πρόσεχε, μη βλάψης και το ανώτερον μέρος της ψυχής σου. Και, αν εις την αρχήν κάθε έργου λαμβάνωμεν αυτήν την προφύλαξιν, ασφαλέστερα θα το επιχειρήσωμεν.


ΛΘ
39.1 Μέτρον κτήσεως τὸ σῶμα ἑκάστῳ ὡς ὁ ποὺς ὑποδήματος. ἐὰν μὲν οὖν ἐπὶ τούτου στῇς, φυλάξεις τὸ μέτρον· ἐὰν δὲ ὑπερβῇς, ὡς κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ἀνάγκη φέρεσθαι· καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποδήματος, ἐὰν ὑπὲρ τὸν πόδα ὑπερβῇς, γίνεται κατάχρυσον ὑπόδημα, εἶτα πορφυροῦν, κεντητόν. τοῦ γὰρ ἅπαξ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὅρος οὐθείς ἐστιν. Μέτρον των όσα πρέπει ν' αποκτήση κανείς είνε το σώμα του, όπως το πόδι είνε μέτρον του υποδήματος. Αν λοιπόν σταματήσης εις αυτό και δεν ζητήσης περισσότερα, θα φυλάξης το μέτρον· αν όμως ζητήσης περισσότερα παρ' όσα σου αναγκαιούν, θα φέρεσαι του λοιπού ωσάν κατά κρημνού, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το υπόδημα· αν υπερβής τον πόδα σου, γίνεται κατάχρυσον υπόδημα· έπειτα πορφυρούν, έπειτα κεντητόν. Διότι εις εκείνο που άπαξ υπερέβη το μέτρον όριον κανέν δεν υπάρχει.


...συνεχίζεται


Πηγή: Μικρός Απόπλους


Δεν υπάρχουν σχόλια:


Φίλοι μου bloggers



Ενημέρωση



Blogs με ενδιαφέρον


Αγαπημένες μου αναρτήσεις

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/11/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 14/11/2008

Lockheart, 29/8/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/8/2008

Εχετλαίος, 26/8/2008

Πυρίσπορος, 23/8/2008

Πυρίσπορος, 08/8/2008

Πυρίσπορος, 07/8/2008

Πυρίσπορος, 05/8/2008

Edelweiss, 31/7/2008

Πυρίσπορος, 20/7/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 20/7/2008

Πυρίσπορος, 27/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 26/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 24/6/2008

Πυρίσπορος, 24/6/2008

Αγαπημένο μου τετραδιάκι, 28/5/2008