Bloggers Ενωμένοι, Ποτέ Νικημένοι

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Γιώργης Ψυχουντάκης, ο εγγονός του Ομήρου


Ο ανυπότακτος Κρητικός ποιητής Γιώργης Ψυχουντάκης, ένας άγνωστος για μένα μέχρι πρόσφατα, μπήκε μέσα στη καρδιά μου όταν πρωτοδιάβασα της μαντινάδες του και τα ριζίτικα του.

Μέσα στου χρυσοκόκκινου του πέλαγους τη μέση
βρίσκετε μια λωρίδα γης που ΚΡΗΤΗ τη νε λέσει


Και δεν έμεινε μόνο εκεί...



Όταν διάβασα την Ιλίαδα και την Οδύσσεια μέσα απο τα μάτια αυτού του Κρητικού, ο θεϊκός Όμηρος έγινε πιο προσιτός. Δεν ξέρω αν αγάπησα τον Όμηρο περισσότερο ή αν ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα το πνεύμα αυτού του Φωτοδότη. Το σίγουρο είναι ότι είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας Κρητικός.


Κρήτη διαμαντοστόλιστη κλίνω πιστά το σώμα
και προσκυνώ ευλαβικά το ιερό σου χώμα



"Μεγαλύτερος από τα έξη παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ασή Γωνιά Αποκορώνου Ο Γιώργης Ψυχουντάκης γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου του 1920 και αφού τέλειωσε το δημοτικό σχολείο του Χωριού του , έγινε βοσκός πάνω στα Λευκά Όρη μέχρι τα 20 του χρόνια που ξέσπασε ο πόλεμος.

Σε όλο το διάστημα της κατοχής ο Γιώργης υπήρξε πολεμικός αγγελιοφόρος ( ο" Κρητικός Μαντατοφόρος " το πρώτο του βιβλίο ) για το αντιστασιακό κίνημα μια αποστολή εξαντλητική κι εξαιρετικά επικίνδυνη. Ωστόσο ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες (μια άδικη φυλάκιση, μετανάστευση, αλλαγές εργασίας) επρόκειτο να τον περιμένουν μετά τον πόλεμο, και για αρκετά χρόνια.

Χρόνια στα οποία παρηγοριά κι αποκούμπι του υπήρξε το γράψιμο, σε ποικίλες μορφές του: από τα πεζά απομνημονεύματά του της κατοχής (αρχές της δεκαετίας του 50) μέχρι τις μεταφράσεις των ομηρικών επών (από τα τέλη της δεκαετίας το 60) ενώ από τη λογοτεχνική του παραγωγή δεν είχαν λείψει ούτε κάποια (ανέκδοτα) σατιρικά ποιήματα σημάδι κι αυτό του ζωηρού του πνεύματος και μιας έντονης αίσθησης του χιούμορ που τον διακρίνει και όλα συνθεμένα πάντα στον οικείο του ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο.

Ο Γιώργης Ψυχουντάκης είναι ένας από τους τελευταίους θαυμαστούς εκείνους Κρητικούς, τους προικισμένους με αυτό το χάρισμα των εκτενών συνθέσεων στον ¨κλασικό" στοίχο της δημοτικής μας παράδοσης......"


Πολλά κοπέλια κάμετε στην ξενιτιά αράδα
γιατί ο κάθε Κρητικός είναι και μια Ελλάδα


"...Δύο χρόνια αργότερα, το 1970, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στέλνει την πρώτη μεταφρασμένη, από τον φίλο του Γιώργη, ραψωδία της Οδύσσειας, στον Γιώργο Σεφέρη. Ο νομπελίστας ποιητής απαντά στις 11 Ιουνίου 1970, με αυστηρές παρατηρήσεις πάνω στην πρώτη γραφή της μετάφρασης της Οδύσσειας:"Τέτοια ψεγάδια δε βλέπει κανείς στον Ρωτόκριτο.

Ο Ψυχουντάκης θα σημειώσει στον "Κρητικό Μαντατοφόρο" του : "Ετούτο το γράμμα όχι μόνο δεν με αποθάρρυνε να συνεχίσω, αλλά ήταν από το πιο σημαντικό γράμμα που έλαβα ποτέ, γιατί μου επεσήμανε τα λάθη μου". Υπόσχεται στον εαυτό του να διορθώσει τη γραφή του ώστε να μοιάζει με τον Ερωτόκριτο και το πρώτο ολοκληρωμένο αντίτυπο της μετάφρασης να το στείλει στον Σεφέρη. Δεν θα προλάβει όμως. Ο Σεφέρης είχε στο μεταξύ πεθάνει και έτσι το έστειλε στην αδελφή του, Ιωάννα Τσάτσου..."

"...Ο Γιώργης Ψυχουντάκης, ο εγγονός του Ομήρου, πέρασε στην αιωνιότητα στις 29 Ιανουαρίου 2006. Ο Guardian , η Daily Telegraph, οι Times και άλλες αγγλικές εφημερίδες δημοσίευσαν την νεκρολογία του που κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο."

Ιδέ στραθιώτης κι ιδέ νιος στρογγυλομαυρογένης
που πείρε το τουφέκι του και τα λαγωνικά ντου,
κι εβγήκε κι εκυνήγησε στου δράκο το πηγάδι,
κι ο δράκος τον εβίγλισεν από ψηλό μουράκι,
ποιος ειν’ ο νιος ο κυνηγός ο νιος αγριμολόγος;
Που δε φοβάται το θεριό και δε τρομάσσει δράκο;
Εγώ 'μαι ο νιος ο Κωσταντής τα άτρομο παλικάρι.



Πηγές:
- Angelfire
- Βασικός μέτοχος


Βιβλία:

"Τραγούδα το θυμό, θεά, του γόνου του Πηλέα
τον ερημοκατάρατο, που μπήκε τ' Αχιλλέα,
που μύρια τσ' Αχαιούς κακά τους φόρτωσεν ομάδι
και που 'πεψε πολλές ψυχές λεβέντικες στον Άδη
ηρώων, και παράδωκεν αυτούς στους σκύλους λεία
κι όλων των όρνιων, κι ηβουλή τελέστηκε του Δία
ως τ' όρισεν ,απ την αρχή που μπήκε ο γιός τ' Ατρέα
σ' έχθρητα με τον ξακουστό το θείον Αχιλλέα."







"Άρχισε, Μούσα, να μιλείς, να βγάνεις μελωδία.

Ψάλε τον άντρα που 'ριξε την ιερή την Τροία.

Ψάλε τον πολυμήχανο που κι ύστερα πλανήθη

σε θάλασσες και σε στεριές, πολλά ταλαιπωρήθη

κι ανθρώπων έμαθε πολλών τις χώρες και τη γνώμη.

Άρχισε, Μούσα, να μιλείς, να μου τα λες ακόμη

που βάσανα 'παθε πολλά στα πέλαγα ζητώντας,

άβλαφτος στην πατρίδα του να φτάσει προσπαθώντας,

με τους συντρόφους του μαζί. Μα δεν τα κατορθώνει

να σώσει τους συντρόφους του και τούτο τον πληγώνει,

γιατί χαθήκαν μόνοι τους με τ' ανομήματά τους,

όλοι χαθήκαν οι μωροί με τ' αμαρτήματά τους."




Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Τα αρχαία ελληνικά, από την κιμωλία στο PC μας

Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα σχολειά μας, έχει τον χαρακτήρα καταναγκαστικού έργου.

Όλοι έχουμε περάσει από το στάδιο, της υποχρεωτικής μάθησης των αρχαίων κειμένων, με την χρήση διδακτικών μέσων αρχαιότερων ακόμη και αυτών των κειμένων.

Μάθε για να πάρεις βαθμό, ώστε να περάσεις στο πανεπιστήμιο, να μείνεις μακριά από το σπίτι σου και επιτέλους να γνωρίσεις την φοιτητική ζωή.

Αυτή ήταν η σκέψη που κυριαρχούσε, ενώ.....
...η συνέχεια στις παραφωνιάδες

...και εδώ το video




Πηγή: Παραφωνιάδες


Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Daniel Korski

Με αφορμή τη δημοσίευση του φίλου Σάββα Καλεντερίδη στο infognomopolitics με τίτλο
"Ανθελληνικό δημοσίευμα σε βρετανικό περιοδικό",

αναρτώ ένα video απο το youtube με τίτλο
"Korski on Macedonian elections"

Το video είναι δημοσιευμένο στην προσωπική σελίδα του Δανιήλ (dkorski) και είναι μία συνέντευξη του στο ALJAZEERA με θέμα τις πρόσφατες εκλογές στα Σκόπια. Και αυτός και η δημοσιογράφος μιλούν για τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία. Γίνεται επίσης λόγος για την είσοδο των Σκοπίων στην EEU και NATO και ο κ. Δανιήλ Κ. προσπάθει να μας πείσει ότι τα Σκόπια δείχνουν σοβαρότητα για την είσοδο τους αλλά μας λέει επίσης ότι αποζητούν την προστασία των ΕΕU και ΝΑΤΟ γιατί η περιοχή είναι ασταθής.

Δεν αναφέρει βέβαια ότι τα Σκόπια είναι απο τους πιο ασταθής παράγοντες στην περιοχή και ότι είναι ένα απο τα προπύργια των διεθνών κέντρων λήψεως αποφάσεων, μια ξεπουλημένη χώρα που κάνει το κέφι και τα χατήρια της CFR, της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ και των άλλων οργανώσεων όπως το Ίδρυμα του Σόρος, που θέλουν να δουν μία Ελλάδα γονατισμένη και κατεστραμένη. (θα μου πείτε, η Ελλάδα με τις κυβερνήσεις που είχε και έχει δεν κάνει τα χατήρια της Μπίλντερμπεργκ; Έχετε δίκιο. Αν κρίνουμε απο τα πεπραγμένα των τελευταίων τουλάχιστον 25 ετών των υπουργείων Παιδείας και Θρησκεύματος, Πολιτισμού, Εξωτερικών και Αμύνης, τότε έχετε δίκιο)

Οι προσπάθειες να συνδεθεί το όνομα της Μακεδονίας με τα Σκόπια είναι συνεχής και σε όλα τα επίπεδα. Το ECFR (European Council of Foreign Relations), το Ευρωπαϊκό τμήμα του τουλάχιστον ανθελληνικού CFR είναι ευθυγραμμισμένο με την ονομασία των Σκοπίων σαν Μακεδονία, καπηλεύοντας έτσι την Ελληνικότητα του ονόματος και συνεχίζοντας την καταφανή και απροκάλυπτη παραχάραξη της Ιστορίας.

Δείτε το!!





Επίσης δείτε ένα video απο το περιοδικό GEO που πραγματεύεται τις διάφορες μυστικες εταιρείες και οργανώσεις όπως η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, Scull & Bones και η CFR.





ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ
ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ


Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Τι λέει ο Β. Μεϊμαράκης για τους θανάτους των Ελλήνων Φαντάρων μας


δεν πρέπει να γενικεύουμε,
γιατί «θολώνουμε την εικόνα των Ενόπλων Δυνάμεων,
που δεν αξίζουν τέτοια μεταχείριση».
Μίλησε για μεμονωμένα περιστατικά,
σημείωσε ωστόσο ότι, εάν προκύψουν ευθύνες,
η κυβέρνηση θα είναι αμείλικτη..."

Ελευθερος Τυπος 21-8-2008

Τι λες ρε καργκιόζη της λάσπης...
ρε υποκινούμενο υποκείμενο του κερατά...
;;;

Συνέχεια εδώ

Δημοσίευση στο ΠΡΕΖΑ.TV 21 Αυγούστου 2008

Συμφωνώ ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν αξίζουν τέτοια μεταχείριση.
Δεν είναι σωστό να έχουν στο τιμόνι τους τέτοιους ηλίθιους σαν το Μεϊμαράκη.
Είναι τουλάχιστον εγκληματικό να αφήνεις στο τιμόνι έναν ανίκανο τυφλό που τα παίρνει κι όλας.
Δεν ξέρω, αλλά είμαι περίεργος αρκετά να μάθω,
- Υπηρέτησε τον Ελληνικό Στρατό;
Κι αν ναι, Πότε;
Πότε κατετάγη;
Σε ποιες μονάδες υπηρέτησε;
Πόσους στίβους Μάχης πέρασε;
Ποιους είχε διοικητές;
Ας μας πει μερικά ονόματα συστρατιωτών του;

- Εργάστηκε ποτέ;
Κι αν ναι, Πότε;
Τι δουλειά έκανε;
Ποιος ήταν ο πρώτος του μισθός;
Πόσα ένσημα έχει δουλέψει;
Σε ποιο Ασφαλιστικό Ταμείο είναι εγγεγραμμένος;
Θυμάται να μας πει μερικά ονόματα συναδέλφων του;

- Πόσες κατουρημένες ποδιές έχει φιλήσει για να βγαίνει βο(υ)λευτής;
- Τι και σε ποιον έχει υποχρέωση να διατηρεί τη θέση του στο κόμμα της ΝΔ και στη Βουλή;
- Τι έχει προσφέρει ο καραφλομούστακος ρεμπεσκές σε αυτή τη Χώρα;
- Ποια η δεξιότητα του, εκτός από το να γλύφει τα οπίσθια των γνωστών, τον κρατάει σε υπουργικές καρέκλες και του δίνει τη δυνατότητα να ηγείται των Ε.Δ της Ελλάδος ;

- Ας μας πει κάποιος τέλος πάντων, Ποιο είναι το βιογραφικό αυτού του όσο ύψος έχει, άλλο τόσο κουφιοκέφαλος είναι; Και κάνει και θόρυβο όταν αποφασίσει να μιλήσει.

Ιάσιος


Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΤΟΝ «ΠΑΣΧΟΝΤΑ» ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ



Χαιρετούμε με τον προσήκοντα σεβασμό το «μεγάλο διπλωματούχο ιστορικό», τον «υμνητή» της φιλελεύθερης πολιτικής παρακαταθήκης ΤΟΥ MILTON FRIEDMAN, τον «υπερήφανο μαθητή» του «σεσημασμένου» νεοταξίτη αμπελοφολόσοφου Νίκου Δήμου, τον «αβανταδόρο» της «επιστημονικής ληστοσυμμορίας» Ρεπούση-Λεωντσίνη, τον «ιδεολογικό παρατρεχάμενο» της «παρέας» Ανδριανόπουλου, Ευαγγελόπουλου, Μπήτρου, Παπανδρόπουλου, Χρηστίδη, τον αθεράπευτο θιασώτη του «αμερικάνικου ονείρου» και του «άσχημου, αλλά βολικού μπλου τζιν»!!!


Του Βασίλη Ν. Τριανταφυλλίδη
(Χάρρυ Κλυνν)
...η συνέχεια εδώ

Πηγή: infognomonpolitics


Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος τέταρτον

Επίκτητος

Εγχειρίδιον

(μέρος τέταρτον)




Μ
40.1 Αἱ γυναῖκες εὐθὺς ἀπὸ τεσσαρεσκαίδεκα ἐτῶν ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν κυρίαι καλοῦνται. τοιγαροῦν ὁρῶσαι, ὅτι ἄλλο μὲν οὐδὲν αὐταῖς πρόσεστι, μόνον δὲ συγκοιμῶνται τοῖς ἀνδράσι, ἄρχονται καλλωπίζεσθαι καὶ ἐν τούτῳ πάσας ἔχειν τὰς ἐλπίδας. προσέχειν οὖν ἄξιον, ἵνα αἴσθωνται, διότι ἐπ' οὐδενὶ ἄλλῳ τιμῶνται ἢ τῷ κόσμιαι φαίνεσθαι καὶ αἰδήμονες. Αι γυναίκες ευθύς από τα δεκατέσσαρα χρόνια των ονομάζονται “κυρίαι” από τους άνδρας και αρχίζουν να καλλωπίζωνται και εις τούτο έχουν να στηρίζουν όλας τας ελπίδας των. Αξίζει λοιπόν να προσέχουν ότι δεν τιμώνται με άλλο τίποτε ή με το να φαίνωνται κόσμιαι και σεμναί.


ΜΑ
41.1 Ἀφυΐας σημεῖον τὸ ἐνδιατρίβειν τοῖς περὶ τὸ σῶμα, οἷον ἐπὶ πολὺ γυμνάζεσθαι, ἐπὶ πολὺ ἐσθίειν, ἐπὶ πολὺ πίνειν, ἐπὶ πολὺ ἀποπατεῖν, ὀχεύειν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν παρέργῳ ποιητέον· περὶ δὲ τὴν γνώμην ἡ πᾶσα ἔστω ἐπιστροφή. Σημαίνει έλλειψιν διαθέσεως προς αρετήν το να ενδιατρίβης εις όσα αποβλέπουν το σώμα, δηλαδή εις την πολλήν γυμναστικήν, εις το να πολυφάγης, να πηγαίνης συχνά εις τον απόπατον. Αλλ' αυτά μεν να κάμης παρέργως· να έχης δε την προσοχήν όλην εις την διάνοιάν σου.


ΜΒ
42.1 Ὅταν σέ τις κακῶς ποιῇ ἢ κακῶς λέγῃ, μέμνησο, ὅτι καθήκειν αὐτῷ οἰόμενος ποιεῖ ἢ λέγει. οὐχ οἷόν τε οὖν ἀκολουθεῖν αὐτὸν τῷ σοὶ φαινομένῳ, ἀλλὰ τῷ ἑαυτῷ, ὥστε, εἰ κακῶς αὐτῷ φαίνεται, ἐκεῖνος βλάπτεται, ὅστις καὶ ἐξηπάτηται. καὶ γὰρ τὸ ἀληθὲς συμπεπλεγμένον ἄν τις ὑπολάβῃ ψεῦδος, οὐ τὸ συμπεπλεγμένον βέβλαπται, ἀλλ' ὁ ἐξαπατηθείς. ἀπὸ τούτων οὖν ὁρμώμενος πρᾴως ἕξεις πρὸς τὸν λοιδοροῦντα. ἐπιφθέγγου γὰρ ἐφ' ἑκάστῳ ὅτι ‘ἔδοξεν αὐτῷ’. Όταν σε κακοποιή ή σε κακολογή κανείς, ενθυμήσου, ότι το κάμνει νομίζων ότι είνε καθήκον του. Δεν είνε λοιπόν δυνατόν εκείνος ν' ακολουθή, τον ιδικόν σου τρόπον του βλέπειν, αλλά τον ιδικόν του, ώστε, αν το βλέπη κακά, αυτός βλάπτεται που έχει κ' εξαπατηθή. Διότι, αν κανείς την αληθινήν συμπλεκτικήν πρότασιν υπολάβη, ψευδή, δεν βλάπτεται η πρότασις, αλλά ο απατηθείς εις την εκτίμησίν της. Με αυτάς λοιπόν τας αρχάς αν προχωρής, θα φέρεσαι επιεικώς προς εκείνον, που σε κακολογεί. Και θα επιλέγης κάθε τόσο: “έτσι του εφάνη καλό”.


ΜΓ
43.1 Πᾶν πρᾶγμα δύο ἔχει λαβάς, τὴν μὲν φορητήν, τὴν δὲ ἀφόρητον. ὁ ἀδελφὸς ἐὰν ἀδικῇ, ἐντεῦθεν αὐτὸ μὴ λάμβανε, ὅτι ἀδικεῖ (αὕτη γὰρ ἡ λαβή ἐστιν αὐτοῦ οὐ φορητή), ἀλλὰ ἐκεῖθεν μᾶλλον, ὅτι ἀδελφός, ὅτι σύντροφος, καὶ λήψῃ αὐτὸ καθ' ὃ φορητόν. Κάθε πράγμα έχει δύο λαβάς που από την μίαν ημπορείς να το σηκώνης, από την άλλην όχι. Αν σε αδική ο αδελφός σου, μη λαμβάνης το πράγμ' απ' αυτό το μέρος, ότι αδικεί· διότι απ' αυτήν την λαβήν δεν ημπορείς να το πάρης, αλλά μάλλον από την άλλην, ότι αδελφός σου είνε, ότι είνε σύντροφος σου, και θα ημπορέσης να λάβης το πράγμα από το μέρος που είνε δυνατόν να το σηκώνης.


ΜΔ
44.1 Οὗτοι οἱ λόγοι ἀσύνακτοι ‘ἐγώ σου πλουσιώτερός εἰμι, ἐγώ σου ἄρα κρείσσων’· ‘ἐγώ σου λογιώτερος, ἐγώ σου ἄρα κρείσσων’. ἐκεῖνοι δὲ μᾶλλον συνακτικοί ‘ἐγώ σου πλουσιώτερός εἰμι, ἡ ἐμὴ ἄρα κτῆσις τῆς σῆς κρείσσων’· ‘ἐγώ σου λογιώτερος, ἡ ἐμὴ ἄρα λέξις τῆς σῆς κρείσσων’. σὺ δέ γε οὔτε κτῆσις εἶ οὔτε λέξις. Συμπερασμοί όπως οι εξής δεν είνε ορθοί: “Εγώ είμαι πλουσιώτερός σου, εγώ άρα αξίζω πλέον από σέ”, “Εγώ είμαι λογιώτερός σου, εγώ αξίζω άρα περισσότερον από σε”. Ορθότεροι είνε οι εξής: “Εγώ είμαι πλουσιώτερός σου, η περιουσία μου άρα είνε περισσοτέρας αξίας από την ιδικήν σου”, “Εγώ είμαι λογιώτερός σου, και ο λόγος μου λοιπόν αξίζει πλέον από τον ιδικόν σου”. Συ όμως βέβαια ούτε περιουσία είσαι, ούτε λέξις.


ΜΕ
45.1 Λούεταί τις ταχέως· μὴ εἴπῃς ὅτι κακῶς, ἀλλ' ὅτι ταχέως. πίνει τις πολὺν οἶνον· μὴ εἴπῃς ὅτι κακῶς, ἀλλ' ὅτι πολύν. πρὶν γὰρ διαγνῶναι τὸ δόγμα, πόθεν οἶσθα, εἰ κακῶς; οὕτως οὐ συμβήσεταί σοι ἄλλων μὲν φαντασίας καταληπτικὰς λαμβάνειν, ἄλλοις δὲ συγκατατίθεσθαι. Κάμνει κανείς πολύ ενωρίς το λουτρόν του; μην ειπής ότι το κάμνει “κακά”, αλλ' ότι πολύ “ενωρίς”. Πίνει κανείς πολύ κρασί; μην ειπής ότι πίνει “κακά”, αλλ' ότι “πολύ”. Διότι πριν να εννοήσης ότι κρίνει κατ' αυτόν τον τρόπον, πόθεν ημπορείς να γνωρίζης αν κάμνει κακά; Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον δεν θα σου συμβή να κρίνης σύμφωνα με άλλην παρ' εκείνην που έλαβες εντύπωσιν.


ΜΣΤ
46.1 Μηδαμοῦ σεαυτὸν εἴπῃς φιλόσοφον μηδὲ λάλει τὸ πολὺ ἐν ἰδιώταις περὶ τῶν θεωρημάτων, ἀλλὰ ποίει τὸ ἀπὸ τῶν θεωρημάτων· οἷον ἐν συμποσίῳ μὴ λέγε, πῶς δεῖ ἐσθίειν, ἀλλ' ἔσθιε, ὡς δεῖ. μέμνησο γάρ, ὅτι οὕτως ἀφῃρήκει πανταχόθεν Σωκράτης τὸ ἐπιδεικτικόν, ὥστε ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν βουλόμενοι φιλοσόφοις ὑπ' αὐτοῦ συσταθῆναι, κἀκεῖνος ἀπῆγεν 1. Πουθενά μην ειπής τον εαυτόν σου φιλόσοφον, μήτε να πολυμιλής μεταξύ ιδιωτών με φιλοσοφικά παραγγέλματα, αλλά κάμνε ό,τι αυτά παραγγέλλουν· λόγου χάριν εις συμπόσιον να μη λέγης πως πρέπει να τρώγη κανείς, άλλα τρώγε όπως πρέπει. Διότι ενθυμήσου, ότι τόσον είχεν αφαιρέση από όλα ο Σωκράτης την επιδεικτικότατα, ώστε ήρχοντο προς αυτόν πολλοί θέλοντες να τους συστήση εις άλλους φιλοσόφους, και τους ωδηγούσε. Τόσον υπέμενε να τον παραβλέπουν.
46.2 αὐτούς. οὕτως ἠνείχετο παρορώμενος. κἂν περὶ θεωρήματός τινος ἐν ἰδιώταις ἐμπίπτῃ λόγος, σιώπα τὸ πολύ· μέγας γὰρ ὁ κίνδυνος εὐθὺς ἐξεμέσαι, ὃ οὐκ ἔπεψας. καὶ ὅταν εἴπῃ σοί τις, ὅτι οὐδὲν οἶσθα, καὶ σὺ μὴ δηχθῇς, τότε ἴσθι, ὅτι ἄρχῃ τοῦ ἔργου. ἐπεὶ καὶ τὰ πρόβατα οὐ χόρτον φέροντα τοῖς ποιμέσιν ἐπιδεικνύει πόσον, ἔφαγεν, ἀλλὰ τὴν νομὴν ἔσω πέψαντα ἔρια ἔξω φέρει καὶ γάλα· καὶ σὺ τοίνυν μὴ τὰ θεωρήματα τοῖς ἰδιώταις ἐπιδείκνυε, ἀλλ' ἀπ' αὐτῶν πεφθέντων τὰ ἔργα. 2. Και αν διά κάποιο φιλοσοφικόν παράγγελμα μεταξύ των ιδιωτών γείνη λόγος, τας περισσοτέρας φοράς να σιωπάς· διότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να ξεράσης ό,τι ακόμη δεν εχώνευσες. Και όταν σου 'πη κανείς ότι δεν γνωρίζεις τίποτε και συ δεν πειραχθής καθόλου, τότε γνώριζε ότι αρχίζεις το έργον του φιλοσόφου. Επειδή και τα πρόβατα δεν φέρουν χόρτον εις τους ποιμένας ωσάν διά να τους δείξουν πόσον έφαγαν· αλλ' αφού χωνεύσουν εντός ό,τι εβόσκησαν μεταβάλλουν απ' έξω εις μαλλί και γάλα· και συ λοιπόν μη επιδεικνύης τα φιλοσοφικά παραγγέλματα εις τους ιδιώτας, αλλά τα έργα, που θα προέλθουν, αφού τα παραγγέλματα χωνεύσης.


ΜΖ
47.1 Ὅταν εὐτελῶς ἡρμοσμένος ᾖς κατὰ τὸ σῶμα, μὴ καλλωπίζου ἐπὶ τούτῳ μήδ', ἂν ὕδωρ πίνῃς, ἐκ πάσης ἀφορμῆς λέγε, ὅτι ὕδωρ πίνεις. κἂν ἀσκῆσαί ποτε πρὸς πόνον θέλῃς. σεαυτῷ καὶ μὴ τοῖς ἔξω· μὴ τοὺς ἀνδριάντας περιλάμβανε· ἀλλὰ διψῶν ποτε σφοδρῶς ἐπίσπασαι ψυχροῦ ὕδατος καὶ ἔκπτυσον καὶ μηδενὶ εἴπῃς. Αν κατώρθωσες να περιορίσης τας σωματικάς σου ανάγκας εις πολύ ολίγα, μην επιδεικνύεσαι δι' αυτό, μήτε, αν πίνης νερό κάθε τόσο, να λέγης ότι πίνεις νερό. Και, αν κάποτε θέλης ν' ασκήσαι εις τον κόπον, κάμνε το εις τον εαυτόν σου, όχι εις τους άλλους· να μη εναγκαλίζεσαι τους ανδριάντας· αλλά, αν καμμίαν φοράν διψάς φοβερά, πάρε εις το στόμα σου λίγο νερό, έπειτα πτύσε το και μην το πης εις κανένα.


ΜΗ
48.1 Ἰδιώτου στάσις καὶ χαρακτήρ· οὐδέποτε ἐξ ἑαυτοῦ προσδοκᾷ ὠφέλειαν ἢ βλάβην, ἀλλ' ἀπὸ τῶν ἔξω. φιλοσόφου στάσις καὶ χαρακτήρ· πᾶσαν ὠφέλειαν καὶ βλάβην ἐξ ἑαυτοῦ προσδοκᾷ. 1. Χαρακτήρ και συμπεριφορά του ιδιώτου: ποτέ από τον εαυτόν του δεν προσδοκά ωφέλειαν ή βλάβην, αλλ' από τα εξωτερικά πράγματα. Χαρακτήρ και συμπεριφορά φιλοσόφου: κάθε ωφέλειαν ή βλάβην προσδοκά από τον εαυτόν του.
48.2 σημεῖα προκόπτοντος· οὐδένα ψέγει, οὐδένα ἐπαινεῖ, οὐδένα μέμφεται, οὐδενὶ ἐγκαλεῖ, οὐδὲν περὶ ἑαυτοῦ λέγει ὡς ὄντος τινὸς ἢ εἰδότος τι. ὅταν ἐμποδισθῇ τι ἢ κωλυθῇ, ἑαυτῷ ἐγκαλεῖ. κἄν τις αὐτὸν ἐπαινῇ, καταγελᾷ τοῦ ἐπαινοῦντος αὐτὸς παρ' ἑαυτῷ· κἂν ψέγῃ, οὐκ ἀπολογεῖται. περίεισι δὲ καθάπερ οἱ ἄρρωστοι, εὐλαβούμενός τι κινῆσαι τῶν καθισταμένων, πρὶν πῆξιν λαβεῖν. 2. Ενδείξεις ότι ένας προκόπτει: δεν ψέγει κανένα, κανένα δεν επαινεί, δεν παραπονείται εναντίον κανενός, κανένα δεν κατηγορεί, δεν λέγει τίποτε περί του εαυτού του· ότι είνε κάτι ή ότι ξέρει κάτι. Και, αν τον επαινή κανείς, γελά εις βάρος του επαινούντος αυτός μέσα εις τον εαυτόν του· και, αν τον ψέγη, δεν αισθάνεται ανάγκην απολογίας. Προχωρεί δε, καθώς οι άρρωστοι σηκωνόμενοι από την αρρώστιαν, που προχωρούν με φόβον, μήπως ταράξουν τίποτε εις το σώμα των, από όσα ήρχισαν να επιστρέφουν εις την προτέραν κατάστασιν, προτού αυτά στερεωθούν.
48.3 ὄρεξιν ἅπασαν ἦρκεν ἐξ ἑαυτοῦ· τὴν δ' ἔκκλισιν εἰς μόνα τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐφ' ἡμῖν μετατέθεικεν. ὁρμῇ πρὸς ἅπαντα ἀνειμένῃ χρῆται. ἂν ἠλίθιος ἢ ἀμαθὴς δοκῇ, οὐ πεφρόντικεν. ἐνί τε λόγῳ, ὡς ἐχθρὸν ἑαυτὸν παραφυλάσσει καὶ ἐπίβουλον. 3. Πάσαν επιθυμίαν έχει αφαιρέση από τον εαυτόν του και την αποστροφήν έχει μεταφέρη εις ό,τι είνε παρά φύσιν, ως προς εκείνα που έχομεν εις την εξουσίαν μας. Αι ορμαί του όλαι είνε μετριασμέναι. Αν ηλίθιος ή αμαθής νομίζεται, δεν έχει φροντίση. Κοντολογής, παραφυλάττει τον εαυτόν του ως εχθρόν και επίβουλον.


ΜΘ
49.1 Ὅταν τις ἐπὶ τῷ νοεῖν καὶ ἐξηγεῖσθαι δύνασθαι τὰ Χρυσίππου βιβλία σεμνύνηται, λέγε αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ὅτι ‘εἰ μὴ Χρύσιππος ἀσαφῶς ἐγεγράφει, οὐδὲν ἂν εἶχεν οὗτος, ἐφ' ᾧ ἐσεμνύνετο.’ ἐγὼ δὲ τί βούλομαι; καταμαθεῖν τὴν φύσιν καὶ ταύτῃ ἕπεσθαι. ζητῶ οὖν, τίς ἐστιν ὁ ἐξηγούμενος· καὶ ἀκούσας, ὅτι Χρύσιππος, ἔρχομαι πρὸς αὐτόν. ἀλλ' οὐ νοῶ τὰ γεγραμμένα· ζητῶ οὖν τὸν ἐξηγούμενον. καὶ μέχρι τούτων οὔπω σεμνὸν οὐδέν. ὅταν δὲ εὕρω τὸν ἐξηγούμενον, ἀπολείπεται χρῆσθαι τοῖς παρηγγελμένοις· τοῦτο αὐτὸ μόνον σεμνόν ἐστιν. ἂν δὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐξηγεῖσθαι θαυμάσω, τί ἄλλο ἢ γραμματικὸς ἀπετελέσθην ἀντὶ φιλοσόφου; πλήν γε δὴ ὅτι ἀντὶ Ὁμήρου Χρύσιππον ἐξηγούμενος. μᾶλλον οὖν, ὅταν τις εἴπῃ μοι ‘ἐπανάγνωθί μοι Χρύσιππον’, ἐρυθριῶ, ὅταν μὴ δύνωμαι ὅμοια τὰ ἔργα καὶ σύμφωνα ἐπιδεικνύειν τοῖς λόγοις. Όταν κανείς σεμνύνεται ότι δυναταί να νοή κ' εξηγή τα βιβλία του Χρυσίππου, λέγε συ ο ίδιος προς τον εαυτόν σου ότι, εάν μεν ο Χρύσιππος δεν είχε γράψη ασαφώς, δεν θα είχε με τί να σεμνύνεται αυτός. Εγώ όμως τί είνε που θέλω; να μάθω καλά την φύσιν ποία είνε και να την ακολουθώ. Ζητώ λοιπόν εκείνον που θα μου την διδάξη και επειδή άκουσα ότι είνε ο Χρύσιππος, πηγαίνω προς αυτόν. Αλλά δεν εννοώ όσα έχει γράψη· ζητώ λοιπόν εκείνον που θα μου τα εξηγή. Κ' έως εδώ τίποτε το έκτακτον. Όταν πάλιν εύρω εξηγητήν, υπολείπεται να κάμνω σύμφωνα προς τα παραγγέλματα· και τούτο μόνον είνε έκτακτον. "Αν δε πάλιν αυτήν ταύτην την επιτηδειότητα του εξηγητού θαυμάσω, τί άλλο έγεινα παρά γραμματικός, αντί να γείνω φιλόσοφος; εκτός μόνον εις το ότι, αντί τον Όμηρον να εξηγώ, εξηγώ τον Χρύσιππον. Περισσότερον λοιπόν κοκκινίζω, όταν κανείς μου 'πή, “ξαναδιάβασέ μου τον Χρύσιππον” και δεν ημπορώ να παρουσιάσω όμοια και σύμφωνα τα έργα προς τους λόγους, παρά σεμνύνομαι διά την επιτηδειότητα του ερμηνευτού.


Ν
50.1 Ὅσα προτίθεται, τούτοις ὡς νόμοις, ὡς ἀσεβήσων, ἂν παραβῇς, ἔμμενε. ὅ τι δ' ἂν ἐρῇ τις περὶ σοῦ, μὴ ἐπιστρέφου· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔτ' ἔστι σόν. Όσα προβάλλει η φιλοσοφία, εις αυτά ως εις νόμους, τους οποίους αν παραβής θ' ασεβήσης, να εμμένης, εις ό,τι δε και αν ειπή κανείς περί σου μη δίδης προσοχήν διότι τούτο δεν είνε εις την εξουσίαν σου.


ΝΑ
51.1 Εἰς ποῖον ἔτι χρόνον ἀναβάλλῃ τὸ τῶν βελτίστων ἀξιοῦν σεαυτὸν καὶ ἐν μηδενὶ παραβαίνειν τὸν διαιροῦντα λόγον; παρείληφας τὰ θεωρήματα, οἷς ἔδει σε συμβάλλειν, καὶ συμβέβληκας. ποῖον οὖν ἔτι διδάσκαλον προσδοκᾷς, ἵνα εἰς ἐκεῖνον ὑπερθῇ τὴν ἐπανόρθωσιν ποιῆσαι τὴν σεαυτοῦ; οὐκ ἔτι εἶ μειράκιον, ἀλλὰ ἀνὴρ ἤδη τέλειος. ἂν νῦν ἀμελήσῃς καὶ ῥᾳθυμήσῃς καὶ ἀεὶ προθέσεις ἐκ προθέσεως ποιῇ καὶ ἡμέρας ἄλλας ἐπ' ἄλλαις ὁρίζῃς, μεθ' ἃς προσέξεις σεαυτῷ, λήσεις σεαυτὸν οὐ προκόψας, ἀλλ' ἰδιώτης διατελέσεις καὶ ζῶν καὶ ἀποθνῄσκων. 1. Επί πόσον ακόμη χρόνον θ' αναβάλλης να κάμνης άξιον τον εαυτόν σου των αρίστων και τίποτε να μην παραβαίνης από όσα ο λόγος υπαγορεύεις, Έχεις τα φιλοσοφικά παραγγέλματα παραλάβη, προς των οποίων την εκτέλεσιν και ώφειλες να θεωρήσης υποχρεωμένον τον εαυτόν σου, και τον έχεις θεωρήση. Ποίον λοιπόν διδάσκαλον ακόμη περιμένεις, εις τον οποίον ν' αναθέσης την φροντίδα της βελτιώσεώς σου; Δεν είσαι πλέον μειράκιον, αλλά “τέλειος ανήρ”. Αν λοιπόν αμελήσης και ραθυμήσης, κ' ευρίσκης αναβολάς επί αναβολών κάθε τόσο, αν αναβάλλης από ημέρας εις ημέραν να προσέξης εις τον εαυτόν σου, χωρίς ακόμη να το καταλάβης δεν θα κάμνης προκοπήν εις την φιλοσοφίαν, αλλά θα είσαι διαρκώς, και ζωντανός και αποθαμένος, ιδιώτης.
51.2 ἤδη οὖν ἀξίωσον σεαυτὸν βιοῦν ὡς τέλειον καὶ προκόπτοντα· καὶ πᾶν τὸ βέλτιστον φαινόμενον ἔστω σοι νόμος ἀπαράβατος. κἂν ἐπίπονόν τι ἢ ἡδὺ ἢ ἔνδοξον ἢ ἄδοξον προσάγηται, μέμνησο, ὅτι νῦν ὁ ἀγὼν καὶ ἤδη πάρεστι τὰ Ὀλύμπια καὶ οὐκ ἔστιν ἀναβάλλεσθαι οὐκέτι καὶ ὅτι παρὰ μίαν ἡμέραν καὶ ἓν πρᾶγμα καὶ ἀπόλλυται προκοπὴ καὶ σῴζεται. 2. Από τούδε λοιπόν κάμε τον εαυτόν σου να ζη ως άνδρας ώριμος και προκόπτων εις την φιλοσοφίαν και πάν ό,τι σου φαίνεται άριστον ας είνε νόμος σου απαράβατος. Και, αν παρουσιάζεται κάτι επίπονον, ή ευχάριστον, ή ένδοξον, ή άδοξον, ενθυμήσου, ότι ο αγών τόρα θα κριθή, και ότι τα Ολύμπια τελούνται τόρα, και δεν είναι πλέον καιρός αναβολών, και ότι εξ αίτιας μιάς ημέρας ή ενός πράγματος και σώζεται και χάνεται κάθε πρόοδος.
51.3 Σωκράτης οὕτως ἀπετελέσθη, ἐπὶ πάντων τῶν προσαγομένων αὐτῷ μηδενὶ ἄλλῳ προσέχων ἢ τῷ λόγῳ. σὺ δὲ εἰ καὶ μήπω εἶ Σωκράτης, ὡς Σωκράτης γε εἶναι βουλόμενος ὀφείλεις βιοῦν. 3. Ο Σωκράτης έτσι έγινεν ό,τι έγεινε, διά κάθε τι που επαρουσιάζετο μη συμβουλευόμενος άλλο από τον λόγον. Συ δε, αν και δεν είσαι ακόμη Σωκράτης, ωσάν θέλων Σωκράτης να είσαι οφείλεις να ζης.


ΝΒ
52.1 Ὁ πρῶτος καὶ ἀναγκαιότατος τόπος ἐστὶν ἐν φιλοσοφίᾳ ὁ τῆς χρήσεως τῶν θεωρημάτων, οἷον τὸ μὴ ψεύδεσθαι· ὁ δεύτερος ὁ τῶν ἀποδείξεων, οἷον πόθεν ὅτι οὐ δεῖ ψεύδεσθαι· τρίτος ὁ αὐτῶν τούτων βεβαιωτικὸς καὶ διαρθρωτικός, οἷον πόθεν ὅτι τοῦτο ἀπόδειξις; τί γάρ ἐστιν ἀπόδειξις, τί ἀκολουθία, τί μάχη, τί ἀληθές, τί ψεῦδος; 1. Το πρώτον και αναγκαιότατον στοιχείον της φιλοσοφίας είνε να θέτης εις πράξιν τα παραγγέλματα, λόγου χάριν το : “να μη ψεύδεσαι”· το δεύτερον, αι αποδείξεις της αληθείας των παραγγελμάτων λόγου χάριν διατί δεν πρέπει κανείς να ψεύδεται· τρίτον εκείνο που επιβεβαιώνει και διαφωτίζει τας αποδείξεις· λόγου χάριν : διατί τούτο είνε απόδειξις; Τί είνε λοιπόν απόδειξις; τί ακολουθία; τί ανακολουθία; τί είνε αληθεία; τί ψεύδος;
52.2 οὐκοῦν ὁ μὲν τρίτος τόπος ἀναγκαῖος διὰ τὸν δεύτερον, ὁ δὲ δεύτερος διὰ τὸν πρῶτον· ὁ δὲ ἀναγκαιότατος καὶ ὅπου ἀναπαύεσθαι δεῖ, ὁ πρῶτος. ἡμεῖς δὲ ἔμπαλιν ποιοῦμεν· ἐν γὰρ τῷ τρίτῳ τόπῳ διατρίβομεν καὶ περὶ ἐκεῖνόν ἐστιν ἡμῖν ἡ πᾶσα σπουδή· τοῦ δὲ πρώτου παντελῶς ἀμελοῦμεν. τοιγαροῦν ψευδόμεθα μέν, πῶς δὲ ἀποδείκνυται ὅτι οὐ δεῖ ψεύδεσθαι, πρόχειρον ἔχομεν. 2. Λοιπόν το μεν τρίτον στοιχείον είνε αναγκαίον διά το δεύτερον και το δεύτερον διά το πρώτον το δε αναγκαιότατον και, όπου κανείς πρέπει να αναπαύεται, το πρώτον. Αλλ' ημείς κάμνομεν το αντίστροφον διότι χρονοτριβούμεν εις το τρίτον και ούτω μας απορροφά όλην την φροντίδα· και δεν φροντίζομεν ολότελα διά το πρώτον. Κατ' αυτόν τον τρόπον ψευδόμεθα μεν, το πως αποδεικνύεται όμως, ότι δεν πρέπει να ψευδώμεθα, έχομεν πρόχειρον.


ΝΓ
53.1 Ἐπὶ παντὸς πρόχειρα ἑκτέον ταῦτα·
ἄγου δέ μ', ὦ Ζεῦ, καὶ σύ γ' ἡ Πεπρωμένη,
ὅποι ποθ' ὑμῖν εἰμι διατεταγμένος·
ὡς ἕψομαί γ' ἄοκνος· ἢν δέ γε μὴ θέλω,
κακὸς γενόμενος, οὐδὲν ἧττον ἕψομαι.
Εις πάσαν περίστατιν έχε πρόχειρα τα εξής:
Οδήγησέ με, ώ Ζευ και ώ Πεπρωμένη εσύ,
'ς τον τόπον που μου έχετε ωρισμένον,
αδίστακτα θ' ακολουθώ και αν δεν το θέλω,
θενά γενώ κακός αλλά θ' ακολουθήσω.
53.2
‘ὅστις δ' ἀνάγκῃ συγκεχώρηκεν καλῶς,
σοφὸς παρ' ἡμῖν, καὶ τὰ θεῖ' ἐπίσταται.’
Εις την ανάγκην να υποτάσσεται όποιος
γνωρίζει, είνε σοφός των θείων γνώστης.
53.3
‘ἀλλ', ὦ Κρίτων, εἰ ταύτῃ τοῖς θεοῖς φίλον, ταύτῃ γενέσθω.’

53.4
‘ἐμὲ δὲ Ἄνυτος καὶ Μέλιτος ἀποκτεῖναι μὲν δύνανται, βλάψαι δὲ οὔ.’




Πηγή: Μικρός Απόπλους


Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Eμπάργκο στη Heineken!!!

Eμπάργκο στη Heineken
και όλα τα Ολλανδικά προϊόντα



ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ HEINEKEN...

Οι Ολλανδοί με τα λεφτά του μέσου Έλληνα που κερδίζουν, εξαγοράζουν άλλα εργοστάσια μπύρας στην Ευρώπη.

Μόνο ψίχουλα από αυτά τα κέρδη επανα-επενδύονται στην Ελλάδα.Η Ηeineken πουλιέται στα Ελληνικά Σούπερ Μάρκετς 60% υπερτιμημένη.

Το μεγάλο ευχαριστώ τους βρίσκεται στην ιστοσελίδα της Heineken

Παρουσιάζουν το FYROM σαν ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Πηγές: HeLLeNiCReVeNgE και Ανεμος και Press.gr


Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος τρίτον

Επίκτητος

Εγχειρίδιον

(μέρος τρίτον)



ΚΖ
27.1 Ὥσπερ σκοπὸς πρὸς τὸ ἀποτυχεῖν οὐ τίθεται, οὕτως οὐδὲ κακοῦ φύσις ἐν κόσμῳ γίνεται. Όπως δεν θέτει κανείς σκοπόν του την αποτυχίαν, τοιουτοτρόπως ούτε φύσις κακού γίνεται εις τον κόσμον.


ΚΗ
28.1 Εἰ μὲν τὸ σῶμά σού τις ἐπέτρεπε τῷ ἀπαντήσαντι, ἠγανάκτεις ἄν· ὅτι δὲ σὺ τὴν γνώμην τὴν σεαυτοῦ ἐπιτρέπεις τῷ τυχόντι, ἵνα, ἐὰν λοιδορήσηταί σοι, ταραχθῇ ἐκείνη καὶ συγχυθῇ, οὐκ αἰσχύνῃ τούτου ἕνεκα; Αν εμπιστεύοντο εις τον πρώτον τυχόντα το σώμά σου, θ' αγανακτούσες· και δεν εντρέπεσαι εμπιστευόμενος την ψυχήν σου εις τον τυχόντα, που είν' ενδεχόμενον να ταραχθή και να συγχυσθή;


ΚΘ
29.1 Ἑκάστου ἔργου σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα αὐτοῦ καὶ οὕτως ἔρχου ἐπ' αὐτό. εἰ δὲ μή, τὴν μὲν πρώτην προθύμως ἥξεις ἅτε μηδὲν τῶν ἑξῆς ἐντεθυμημένος, ὕστερον δὲ ἀναφανέντων δυσχερῶν τινων αἰσχρῶς ἀποστήσῃ. 1. Καθενός έργου να εξετάζης τα προηγούμενα και τα επακόλουθα του και κατ' αυτόν τον τρόπον να φθάνης εις αυτό· ειδεμή, θα συμβή κατ' αρχάς μεν πρόθυμα να το καταπιασθής, διότι δεν θα έχης συλλογισθή την αλληλουχίαν των πραγμάτων ύστερα δε, μόλις παρουσιασθούν κάποιαι δυσχέρειαι, θα τ' αφήσης μ' εντροπήν σου 'ς τη μέση.
29.2 θέλεις Ὀλύμπια νικῆσαι; κἀγώ, νὴ τοὺς θεούς· κομψὸν γάρ ἐστιν. ἀλλὰ σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα καὶ οὕτως ἅπτου τοῦ ἔργου. δεῖ σ' εὐτακτεῖν, ἀναγκοτροφεῖν, ἀπέχεσθαι πεμμάτων, γυμνάζεσθαι πρὸς ἀνάγκην, ἐν ὥρᾳ τεταγμένῃ, ἐν καύματι, ἐν ψύχει, μὴ ψυχρὸν πίνειν, μὴ οἶνον, ὡς ἔτυχεν, ἁπλῶς ὡς ἰατρῷ παραδεδωκέναι σεαυτὸν τῷ ἐπιστάτῃ, εἶτα ἐν τῷ ἀγῶνι παρορύσσεσθαι, ἔστι δὲ ὅτε χεῖρα ἐκβαλεῖν, σφυρὸν στρέψαι, πολλὴν ἁφὴν καταπιεῖν, ἔσθ' ὅτε μαστιγωθῆναι καὶ μετὰ τούτων πάντων νικηθῆναι. 2. Θέλεις να νικήσης εις τα Ολύμπια; Κ' εγώ μα τους θεούς· διότι είνε κάτι τι ωραίον. Αλλ' εξέταζε τα προηγούμενα και τα επακόλουθα και έπειτα να επιχειρής. Πρέπει να υπακούης εις ωρισμένην διδασκαλίαν· να τρώγης καταναγκαστικήν τροφήν, ν' απέχης από γλυκίσματα, να γυμνάζεται αναγκαστικώς εις ωρισμένην ώραν, με την ζέστην ,με το ψύχος, να μη πίνης ψυχρό νερό ούτε κρασί όπως τύχη, αλλά να παραδώσης τον εαυτόν σου εις τα χέρια του προπονητού, όπως εις χέρια ιατρού, έπειτα κατά την διάρκειαν της πάλης να κάμνης τάφρους—πότε να βγάλης το χέρι σου, να στραγγουλίσης το πόδι σου, να καταπιής σκόνην πολλήν, να μαστιγωθής κάποτε, και ύστερ' από όλ' αυτά, να νικηθής.
29.3 ταῦτα ἐπισκεψάμενος, ἂν ἔτι θέλῃς, ἔρχου ἐπὶ τὸ ἀθλεῖν. εἰ δὲ μή, ὡς τὰ παιδία ἀναστραφήσῃ, ἃ νῦν μὲν παλαιστὰς παίζει, νῦν δὲ μονομάχους, νῦν δὲ σαλπίζει, εἶτα τραγῳδεῖ· οὕτω καὶ σὺ νῦν μὲν ἀθλητής, νῦν δὲ μονομάχος, εἶτα ῥήτωρ, εἶτα φιλόσοφος, ὅλῃ δὲ τῇ ψυχῇ οὐδέν· ἀλλ' ὡς πίθηκος πᾶσαν θέαν, ἣν ἂν ἴδῃς, μιμῇ καὶ ἄλλο ἐξ ἄλλου σοι ἀρέσκει. οὐ γὰρ μετὰ σκέψεως ἦλθες ἐπί τι οὐδὲ περιοδεύσας, ἀλλ' εἰκῇ καὶ κατὰ ψυχρὰν ἐπιθυμίαν. 3. Αν, αφού καλοσκεφθής τ' ανωτέρω, δεν σου κοπή η όρεξις, γίνε αθλητής. Ει δ' άλλως, θα κάμης και συ σαν τα παιδιά που παίζουν τόρα τους παλαιστάς, τόρα τους μονομάχους, τόρα σαλπίζουν, έπειτα κάμνουν τους τραγωδούς· έτσι και συ τόρα μεν αθλητής, τόρα μονομάχος, έπειτα ρήτωρ, έπειτα φιλόσοφο; και με όλην την ψυχήν σου τίποτε, αλλά 'σάν πίθηκος, ό,τι ιδής απομιμείσαι και όλα σου αρέσουν διαδοχικώς. Διότι δεν εκαταπιάσθης κάτι τι με σκέψιν και προηγουμένην έρευναν, αλλά τυχαίως και χωρίς να το πολυεπιθυμής.
29.4 οὕτω θεασάμενοί τινες φιλόσοφον καὶ ἀκούσαντες οὕτω τινὸς λέγοντος, ὡς Εὐφράτης λέγει (καίτοι τίς οὕτω δύναται εἰπεῖν, ὡς ἐκεῖνος;), θέλουσι καὶ αὐτοὶ φιλοσοφεῖν. 4. Τοιουτοτρόπως μερικοί, αν τύχη και ιδούν φιλόσοφον, ή ακούσουν κανένα να ομιλή όπως ο Ευφράτης (αν και ποίος ημπορεί να ομιλήση όπως εκείνος;), θέλουν κ' εκείνοι να φιλοσοφούν.
29.5 ἄνθρωπε, πρῶτον ἐπίσκεψαι, ὁποῖόν ἐστι τὸ πρᾶγμα· εἶτα καὶ τὴν σεαυτοῦ φύσιν κατάμαθε, εἰ δύνασαι βαστάσαι. πένταθλος εἶναι βούλει ἢ παλαιστής; ἴδε σεαυτοῦ τοὺς βραχίονας, τοὺς μηρούς, τὴν ὀσφὺν κατάμαθε. 5. Άνθρωπε, πρώτα πρώτα ερεύνησε την φύσιν του πράγματος· έπειτα γνώρισε καλά και την ιδικήν σου φύσιν, αν ημπορείς να βαστάσης. Θέλεις ν' αγωνισθής εις το πένταθλον ή την πάλην; Κύτταξε τους βραχίονας σου, τους μηρούς σου, εξέτασε καλά την μέσην σου.
29.6 ἄλλος γὰρ πρὸς ἄλλο πέφυκε. δοκεῖς, ὅτι ταῦτα ποιῶν ὡσαύτως δύνασαι ἐσθίειν, ὡσαύτως πίνειν, ὁμοίως ὀρέγεσθαι, ὁμοίως δυσαρεστεῖν; ἀγρυπνῆσαι δεῖ, πονῆσαι, ἀπὸ τῶν οἰκείων ἀπελθεῖν, ὑπὸ παιδαρίου καταφρονηθῆναι, ὑπὸ τῶν ἀπαντώντων καταγελασθῆναι, ἐν παντὶ ἧττον ἔχειν, ἐν τιμῇ, ἐν ἀρχῇ, ἐν δίκῃ, ἐν πραγματίῳ παντί. 6. Διότι κάθε άνθρωπος έχει γείνη διά κάτι τι ιδιαίτερον. Νομίζεις ότι κάμνων αυτά ημπορείς κατά τον ίδιον τρόπον να τρώγης, να πίνης κατά τον ίδιον τρόπον, να ορέγεσαι, ν' αποστρέφεσαι ομοιοτρόπως; πρέπει ν' αγρυπνήσης, να κοπιάσης, να φύγης από το σπίτι σου, να καταγελασθής από τα δουλάκια, να καταγελασθής από τους διαβάτας, να μειονεκτής εις το κάθε τί, εις τας τιμάς, εις την αρχήν, εις τα δικαστήρια, εις κάθε πραγματάκι.
29.7 ταῦτα ἐπίσκεψαι. εἰ θέλεις ἀντικαταλλάξασθαι τούτων ἀπάθειαν, ἐλευθερίαν, ἀταραξίαν· εἰ δὲ μή, μὴ προσάγαγε. μὴ ὡς τὰ παιδία νῦν φιλόσοφος, ὕστερον δὲ τελώνης, εἶτα ῥήτωρ, εἶτα ἐπίτροπος Καίσαρος. ταῦτα οὐ συμφωνεῖ. ἕνα σε δεῖ ἄνθρωπον ἢ ἀγαθὸν ἢ κακὸν εἶναι· ἢ τὸ ἡγεμονικόν σε δεῖ ἐξεργάζεσθαι τὸ σαυτοῦ ἢ τὸ ἐκτὸς ἢ περὶ τὰ ἔσω φιλοτεχνεῖν ἢ περὶ τὰ ἔξω· τοῦτ' ἔστιν ἢ φιλοσόφου τάξιν ἐπέχειν ἢ ἰδιώτου. Συλλογίσου τα καλά. Αν θέλης ν' αντικαταστήσης μ' αυτά την απάθειαν, την ελευθερίαν, την αταραξίαν ει δ' άλλως, μην πλησιάσης. Μην γείνης 'σάν τα παιδάκια, τόρα φιλόσοφος, ύστερώτερα τελώνης, κατόπιν ρήτωρ, κατόπιν Καισαρικός επίτροπος. Αυτά δεν συμφωνούν. Πρέπει να είσαι ένας άνθρωπος ή αγαθός ή κακός, ή πρέπει να καλλιεργήσης την ψυχήν σου, ή τα εξωτερικά πράγματα, ή προς τα εσωτερικά να προσαρμόζης τον εαυτόν σου, ή προς τα εξωτερικά, δήλα δη να επέχης τάξιν ή φιλοσόφου ή ιδιώτου.


Λ’
30.1 Τὰ καθήκοντα ὡς ἐπίπαν ταῖς σχέσεσι παραμετρεῖται. πατήρ ἐστιν· ὑπαγορεύεται ἐπιμελεῖσθαι, παραχωρεῖν ἁπάντων, ἀνέχεσθαι λοιδοροῦντος, παίοντος. ‘ἀλλὰ πατὴρ κακός ἐστι’. μή τι οὖν πρὸς ἀγαθὸν πατέρα φύσει ᾠκειώθης; ἀλλὰ πρὸς πατέρα. ‘ὁ ἀδελφὸς ἀδικεῖ.’ τήρει τοιγαροῦν τὴν τάξιν τὴν σεαυτοῦ πρὸς αὐτὸν μηδὲ σκόπει, τί ἐκεῖνος ποιεῖ, ἀλλὰ τί σοὶ ποιήσαντι κατὰ φύσιν ἡ σὴ ἕξει προαίρεσις· σὲ γὰρ ἄλλος οὐ βλάψει, ἂν μὴ σὺ θέλῃς· τότε δὲ ἔσῃ βεβλαμμένος, ὅταν ὑπολάβῃς βλάπτεσθαι. οὕτως οὖν ἀπὸ τοῦ γείτονος, ἀπὸ τοῦ πολίτου, ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ τὸ καθῆκον εὑρήσεις, ἐὰν τὰς σχέσεις ἐθίζῃ θεωρεῖν. 1. Τα καθήκοντα γενικώς κανονίζονται κατά τας σχέσεις. Πατέρας σου είνε; Σου υπαγορεύεται να φροντίζης περί αυτού, να κάμνης παντού παραχωρήσεις, ν' ανέχεσαι τας ύβρεις του, τα κτυπήματά του. “Μα είνε κακός πατέρας”. Και μήπως έλαβες από την φύσιν καλόν πατέρα; έλαβες πατέρα. “Ο αδελφός μου με αδικεί”, θα 'πης. Να διατηρής μολαταύτα τα εκ των σχέσεων πηγάζοντα προς αυτόν καθήκοντα σου· ούτε και να εξετάζης τί κάμνει εκείνος, αλλά τί κάμνων εσύ θ' αφίνης μολαταύτα την ψυχικήν σου διάθεσιn προς την φύσιν σύμφωνην, διότι κανείς δεν θα σε βλάψη, αν δεν θέλης εσύ· τότε θα έχης πάθη βλάβην, όταν νομίσης ότι βλάπτεσαι. Αν λοιπόν φροντίζης κατ' αυτόν τον τρόπον να μανθάνης τας σχέσεις σου προς τον άλλον ως γείτονα, ως πολίτην ή ως στρατηγόν, θα συνηθίσης εις το να θεωρής τα εκ των σχέσεων καθήκοντα.


ΛΑ
31.1 Τῆς περὶ τοὺς θεοὺς εὐσεβείας ἴσθι ὅτι τὸ κυριώτατον ἐκεῖνό ἐστιν, ὀρθὰς ὑπολήψεις περὶ αὐτῶν ἔχειν ὡς ὄντων καὶ διοικούντων τὰ ὅλα καλῶς καὶ δικαίως καὶ σαυτὸν εἰς τοῦτο κατατεταχέναι, τὸ πείθεσθαι αὐτοῖς καὶ εἴκειν πᾶσι τοῖς γινομένοις καὶ ἀκολουθεῖν ἑκόντα ὡς ὑπὸ τῆς ἀρίστης γνώμης ἐπιτελουμένοις. οὕτω γὰρ οὐ μέμψῃ ποτὲ τοὺς θεοὺς οὔτε ἐγκαλέσεις ὡς ἀμελούμενος. 1. Γνώριζε, ότι το κυριώτατον της ευσεβείας προς τους θεούς είναι τούτο: να έχης δήλα δη ορθάς περί τούτων αντιλήψεις, ότι υπάρχουν και διοικούν όλα τα πράγματα καλά και δίκαια, και να έχης μονίμως τάξη τον εαυτόν σου εις τούτο, να πείθεσαι δήλα δη εις αυτούς και να υπείκης εις ό,τι γίνεται και ν' ακολουθής θεληματικά τούτο, ως επιτελούμενον πολύ ευλόγως. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ούτε θα παραπονεθής ποτέ εναντίον των θεών, ούτε θα τους κατηγορήσης ότι δεν φροντίζουν περί σου.
31.2 ἄλλως δὲ οὐχ οἷόν τε τοῦτο γίνεσθαι, ἐὰν μὴ ἄρῃς ἀπὸ τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν καὶ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν μόνοις θῇς τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. ὡς, ἄν γέ τι ἐκείνων ὑπολάβῃς ἀγαθὸν ἢ κακόν, πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν ἀποτυγχάνῃς ὧν θέλεις καὶ περιπίπτῃς οἷς μὴ θέλεις, μέμψασθαί σε καὶ μισεῖν τοὺς αἰτίους. 2. Κατ' άλλον τρόπον τούτο δεν είνε δυνατόν να γείνη, εάν δεν αφαρέσης από όσα δεν είνε εις την εξουσίαν μας το αγαθόν και το κακόν και το θέσης εις όσα έχομεν εις την εξουσίαν μας. Παραδείγματος χάριν, αν θεωρήσης κάποιο απ' αυτά αγαθόν ή κακόν, κατ' ανάγκην, όταν θ' αποτυγχάνης εις όσα θέλεις, και περιπίπτης εις όσα δεν θέλεις, θα κατηγορήσης και θα μισήσης τους αιτίους.
31.3 πέφυκε γὰρ πρὸς τοῦτο πᾶν ζῷον τὰ μὲν βλαβερὰ φαινόμενα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν φεύγειν καὶ ἐκτρέπεσθαι, τὰ δὲ ὠφέλιμα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν μετιέναι τε καὶ τεθηπέναι. ἀμήχανον οὖν βλάπτεσθαί τινα οἰόμενον χαίρειν τῷ δοκοῦντι βλάπτειν, ὥσπερ καὶ τὸ αὐτῇ τῇ βλάβῃ χαίρειν ἀδύνατον. 3. Διότι κάθε ζώον είνε πλασμένον ούτως ώστε, όσα μεν του φαίνονται βλαβερά, και τας αιτίας των ακόμη ν' αποφεύγη και ν' απομακρύνεται, όσα δε του φαίνονται ωφέλιμα, και τα αίτιά των να ζητή επιμόνως και να εξαφνίζεται εξ αφορμής των. Διότι είνε παράδοξον, νομίζων κανείς ότι βλάπτεται, να χαίρη εξ αιτίας εκείνου που νομίζει ότι τον βλάπτει, καθώς είνε δυνατόν να χαίρη δι' αυτήν ταύτην την βλάβην.
31.4 ἔνθεν καὶ πατὴρ ὑπὸ υἱοῦ λοιδορεῖται, ὅταν τῶν δοκούντων ἀγαθῶν εἶναι τῷ παιδὶ μὴ μεταδιδῷ· καὶ Πολυνείκην καὶ Ἐτεοκλέα τοῦτ' ἐποίησε πολεμίους ἀλλήλοις τὸ ἀγαθὸν οἴεσθαι τὴν τυραννίδα. διὰ τοῦτο καὶ ὁ γεωργὸς λοιδορεῖ τοὺς θεούς, διὰ τοῦτο ὁ ναύτης, διὰ τοῦτο ὁ ἔμπορος, διὰ τοῦτο οἱ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἀπολλύντες. ὅπου γὰρ τὸ συμφέρον, ἐπεῖ καὶ τὸ εὐσεβές. ὥστε, ὅστις ἐπιμελεῖται τοῦ ὀρέγεσθαι ὡς δεῖ καὶ ἐκκλίνειν, ἐν τῷ αὐτῷ καὶ εὐσεβείας ἐπιμελεῖται. 4. Διά τούτο και ο πατέρας κατηγορείται από τον υιόν, όταν δεν μεταδίδη εις το παιδί του από τα νομιζόμενα αγαθά· και τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή αυτό έκαμεν εχθρούς μεταξύ των, το ότι ενόμιζαν την βασιλείαν καλόν πράγμα. Διά τούτο και ο γεωργός κατηγορεί τους θεούς, διά τούτο ο ναύτης, διά τούτο ο έμπορος, διά τούτο όσοι χάνουν τας γυναίκας των και τα παιδιά των. Διότι, όπου το συμφέρον υπάρχει, εκεί και η ευσέβεια. Ώστ' εκείνος που φροντίζει διά τας ορέξεις του κατά πρέποντα τρόπον και διά τας αποστροφάς του, φροντίζει συγχρόνως και διά την ευσέβειαν.
31.5 σπένδειν δὲ καὶ θύειν καὶ ἀπάρχεσθαι κατὰ τὰ πάτρια ἑκάστοτε προσήκει καθαρῶς καὶ μὴ ἐπισεσυρμένως μηδὲ ἀμελῶς μηδέ γε γλίσχρως μηδὲ ὑπὲρ δύναμιν. 5. Το να κάμνης σπονδάς και να θυσιάζης και να κάμνης αναθήματα κατά τα πάτρια είνε προσήκον, ευρισκόμενος όμως εις καθαράν κατάστασιν και χωρίς νωχέλειαν, ούτε αφροντίστως, ούτε βέβαια πτωχικά, ούτε υπέρ την δύναμίν σου.


ΛΒ
32.1 Ὅταν μαντικῇ προσίῃς, μέμνησο, ὅτι, τί μὲν ἀποβήσεται, οὐκ οἶδας, ἀλλὰ ἥκεις ὡς παρὰ τοῦ μάντεως αὐτὸ πευσόμενος, ὁποῖον δέ τι ἐστίν, ἐλήλυθας εἰδώς, εἴπερ εἶ φιλόσοφος. εἰ γάρ ἐστί τι τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν, πᾶσα ἀνάγκη μήτε ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι μήτε κακόν. Όταν προσέρχεσαι εις μαντείον, συλλογίσου πως, τί θα γείνη μεν σου είνε άγνωστον, αλλ' ότι θα το μάθης από τον μάντιν, τί δε ημπορεί να είνε το ηξεύρεις εκ των προτέρων, αν είσαι βέβαια φιλόσοφος. Διότι, αν είνε κάτι από όσα δεν είνε εις την εξουσίαν μας, αναγκαίως ούτε αγαθόν ούτε κακόν θα είνε.
32.2 μὴ φέρε οὖν πρὸς τὸν μάντιν ὄρεξιν ἢ ἔκκλισιν μηδὲ τρέμων αὐτῷ πρόσει, ἀλλὰ διεγνωκώς, ὅτι πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ἀδιάφορον καὶ οὐδὲν πρὸς σέ, ὁποῖον δ' ἂν ᾖ, ἔσται αὐτῷ χρήσασθαι καλῶς καὶ τοῦτο οὐθεὶς κωλύσει. θαῤῥῶν οὖν ὡς ἐπὶ συμβούλους ἔρχου τοὺς θεούς· καὶ λοιπόν, ὅταν τί σοι συμβουλευθῇ, μέμνησο τίνας συμβούλους παρέλαβες καὶ τίνων παρακούσεις ἀπειθήσας. Να μη φέρης λοιπόν πηγαίνων εις τον μάντιν ούτε όρεξιν ούτε αποστροφήν μαζί σου, μήτε τρέμων να προσέρχεσαι, αλλά ωσάν άνθρωπος που έχει καλά γνωρίση ότι, πάν ό,τι μέλλει να συμβή είνε κάτι τι αδιάφορον και που δεν αφορά καθόλου εις αυτόν, και οτιδήποτε αν είνε ημπορείς να το χρησιμοποιήσης και κανείς δεν θα σ' εμποδίση εις τούτο. Με θάρρος λοιπόν να πηγαίνης προς τους θεούς, ως προς συμβούλους· και όταν σου δοθή κάποια συμβουλή, συλλογίσου ποίους συμβούλους παρέλαβες και ποίους, αν τυχόν απειθήσης, μέλλεις να παρακούσης.
32.3 ἔρχου δὲ ἐπὶ τὸ μαντεύεσθαι, καθάπερ ἠξίου Σωκράτης, ἐφ' ὧν ἡ πᾶσα σκέψις τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἔκβασιν ἔχει καὶ οὔτε ἐκ λόγου οὔτε ἐκ τέχνης τινὸς ἄλλης ἀφορμαὶ δίδονται πρὸς τὸ συνιδεῖν τὸ προκείμενον· ὥστε, ὅταν δεήσῃ συγκινδυνεῦσαι φίλῳ ἢ πατρίδι, μὴ μαντεύεσθαι, εἰ συγκινδυνευτέον. καὶ γὰρ ἂν προείπῃ σοι ὁ μάντις φαῦλα γεγονέναι τὰ ἱερά, δῆλον ὅτι θάνατος σημαίνεται ἢ πήρωσις μέρους τινὸς τοῦ σώματος ἢ φυγή· ἀλλ' αἱρεῖ ὁ λόγος καὶ σὺν τούτοις παρίστασθαι τῷ φίλῳ καὶ τῇ πατρίδι συγκινδυνεύειν. τοιγαροῦν τῷ μείζονι μάντει πρόσεχε, τῷ Πυθίῳ, ὃς ἐξέβαλε τοῦ ναοῦ τὸν οὐ βοηθήσαντα ἀναιρουμένῳ τῷ φίλῳ. 3. Και να πηγαίνης εις τα μαντεία, καθώς ήθελεν ο Σωκράτης, δι' όσα αναφέρονται εις την έκτασιν και περί των οποίων ούτε διά του λόγου, ούτε με κάποιαν άλλην τέχνην δίδονται αφορμαί να μάθης ό,τι θέλεις· ώστε, όταν θα χρειασθή να συγκινδυνεύσης με φίλον ή με την πατρίδα σου, δεν πρέπει να ερωτήσης το μαντείον, αν πρέπει να συγκινδυνεύσης. Διότι, και αν σου προείπη ο μάντις, ότι τα ιερά δεν προμηνύουν καλόν, είνε φανερόν ότι ο θάνατος σημαίνεται, ή φθορά εις μέρος του σώματός σου, είτε εξορία· αλλά ο λόγος επιτάττει και μ' όλ' αυτά να παραστέκεσαι εις τον φίλον σου και να συγκινδυνεύης με την πατρίδα σου. Λοιπόν πρόσεχε εις τον μεγαλύτερον μάντιν, τον Πύθιον, ο οποίος εξέβαλε ποτέ από τον ναόν τον μη βοηθήσαντα τον φίλον του, φονευόμενον.


ΛΓ
33.1 Τάξον τινὰ ἤδη χαρακτῆρα σαυτῷ καὶ τύπον, ὃν φυλάξεις ἐπί τε σεαυτοῦ ὢν καὶ ἀνθρώποις ἐντυγχάνων. 1. Διάγραψε απ' εδώ κ' εμπρός ένα χαρακτήρα εις τον εαυτόν σου, τον οποίον θα φύλαξης, και όταν είσαι μόνος και όταν είσαι με άλλους.
33.2 καὶ σιωπὴ τὸ πολὺ ἔστω ἢ λαλείσθω τὰ ἀναγκαῖα καὶ δι' ὀλίγων. σπανίως δέ ποτε καιροῦ παρακαλοῦντος ἐπὶ τὸ λέγειν λέξον μέν, ἀλλὰ περὶ οὐδενὸς τῶν τυχόντων· μὴ περὶ μονομαχιῶν, μὴ περὶ ἱπποδρομιῶν, μὴ περὶ ἀθλητῶν, μὴ περὶ βρωμάτων ἢ πομάτων, τῶν ἑκασταχοῦ, μάλιστα δὲ μὴ περὶ ἀνθρώπων ψέγων ἢ ἐπαινῶν ἢ συγκρίνων. 2. Και ως επί το πολύ σιωπήν να τηρής, ή να λέγης όσα είνε ανάγκη και κοντολογής. Σπανίως δε κάποτε, αν η περίστασις το καλέση να ομιλήσης, ομίλησε· αλλά διά κανέν από τα τυχόντα. Όχι περί μονομαχιών, όχι περί ιπποδρομιών, όχι περί αθλητών, όχι περί φαγητών ή ποτών, περί των οποίων ομιλούν εις κάθε συναναστροφήν, προ πάντων όχι περί ανθρώπων, με το να ψέγης, να επαινής ή να συγκρίνης.
33.3 ἂν μὲν οὖν οἷός τε ᾖς, μετάγαγε τοῖς σοῖς λόγοις καὶ τοὺς τῶν συνόντων ἐπὶ τὸ προσῆκον. εἰ δὲ ἐν ἀλλοφύλοις ἀποληφθεὶς τύχοις, σιώπα. 3. Αν λοιπόν δύνασαι, οδήγει με τους λόγους τους ιδικούς σου και τους λόγους των συντρόφων σου προς αρμόδια υποκείμενα ομιλίας. Αν όμως μέσα εις αλλοφύλους μόνος ευρίσκεσαι, σιώπα.
33.4 γέλως μὴ πολὺς ἔστω μηδὲ ἐπὶ πολλοῖς μηδὲ ἀνειμένος. 4. Να μη γελάς πολύ, ούτε εξ αφορμής πολλών πραγμάτων, ούτε υπερβολικά.
33.5 ὅρκον παραίτησαι, εἰ μὲν οἷόν τε, εἰς ἅπαν, εἰ δὲ μή, ἐκ τῶν ἐνόντων. 5. Να παραιτήσαι από όρκους, αν μεν είνε δυνατόν, ολότελα, ει δε μη, όσον ημπορείς περισσότερον.
33.6 ἑστιάσεις τὰς ἔξω καὶ ἰδιωτικὰς διακρούου· ἐὰν δέ ποτε γίνηται καιρός, ἐντετάσθω σοι ἡ προσοχή, μήποτε ἄρα ὑπορρυῇς εἰς ἰδιωτισμόν. ἴσθι γάρ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἑταῖρος ᾖ μεμολυσμένος, καὶ τὸν συνανατριβόμενον αὐτῷ συμμολύνεσθαι ἀνάγκη, κἂν αὐτὸς ὢν τύχῃ καθαρός. 6. Γεύματα με τους μη φιλοσόφους και τους ιδιώτας απόφευγε αν όμως έλθη ποτέ καιρός που να μην ημπορής να τ' αποφύγης, η προσοχή σου ας ενταθή, μήπως περιπέσης εις ιδιωτισμόν. Διότι πρέπει να γνωρίζης, ότι, αν ο σύντροφός σου είνε βρωμερός, και εκείνος που τρίβετ' επάνω του εξ ανάγκης θα κολλήση από την βρώμαν του, και αν τύχη να είνε καθαρός και αυτός.
33.7 τὰ περὶ τὸ σῶμα μέχρι τῆς χρείας ψιλῆς παραλάμβανε, οἷον τροφάς, πόμα, ἀμπεχόνην, οἰκίαν, οἰκετίαν· τὸ δὲ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν περίγραφε. 7. Να παραλαμβάνης τα απολύτως αναγκαία διά το σώμα σου, δηλαδή τροφάς, ποτόν, ρούχα, σπίτι, δούλους. Ό,τι δε είνε προς επίδειξιν ή τρυφήν απόρριπτε.
33.8 περὶ ἀφροδίσια εἰς δύναμιν πρὸ γάμου καθαρευτέον· ἁπτομένῳ δὲ ὧν νόμιμόν ἐστι μεταληπτέον. μὴ μέντοι ἐπαχθὴς γίνου τοῖς χρωμένοις μηδὲ ἐλεγκτικός· μηδὲ πολλαχοῦ τὸ ὅτι αὐτὸς οὐ χρῇ, παράφερε.
33.9 ἐὰν τίς σοι ἀπαγγείλῃ ὅτι ὁ δεῖνά σε κακῶς λέγει, μὴ ἀπολογοῦ πρὸς τὰ λεχθέντα, ἀλλ' ἀποκρίνου διότι ‘ἠγνόει γὰρ τὰ ἄλλα τὰ προσόντα μοι κακά, ἐπεὶ οὐκ ἂν ταῦτα μόνα ἔλεγεν’. 9. Εαν σου πη κανείς ότι ο δείνα σε κακολογεί, μην απολογείσαι προς ό,τι ελέχθη, αλλ' αποκρίνου ότι: “Δεν εγνώριζε βέβαια και πόσα άλλα κακά που έχω· διότι δεν θα εσταματούσ' εκεί”.
33.10 εἰς τὰ θέατρα τὸ πολὺ παριέναι οὐκ ἀναγκαῖον. εἰ δέ ποτε καιρὸς εἴη, μηδενὶ σπουδάζων φαίνου ἢ σεαυτῷ, τοῦτ' ἔστι. θέλε γίνεσθαι μόνα τὰ γινόμενα καὶ νικᾶν μόνον τὸν νικῶντα· οὕτω γὰρ οὐκ ἐμποδισθήσῃ. βοῆς δὲ καὶ τοῦ ἐπιγελᾶν τινι ἢ ἐπὶ πολὺ συγκινεῖσθαι παντελῶς ἀπέχου. καὶ μετὰ τὸ ἀπαλλαγῆναι μὴ πολλὰ περὶ τῶν γεγενημένων διαλέγου, ὅσα μὴ φέρει πρὸς τὴν σὴν ἐπανόρθωσιν· ἐμφαίνεται γὰρ ἐκ τοῦ τοιούτου, ὅτι ἐθαύμασας τὴν θέαν. 10. Δεν είνε αναγκαίον να συχνοπηγαίνης εις τα θέατρα. Αν δε τύχη περίστασις να πας, να μη φαίνεσαι πως προσέχεις εις κανένα παρά μόνον εις τον εαυτόν σου, τουτέστι να θέλης να γίνωνται μόνον όσα γίνονται και να νικά μόνον ο νικητής· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον δεν θα ενοχληθής. Ν' απέχης όμως από το να φωνάζης εντελώς και να μην πολυγελάς εις βάρος κανενός, ή να πολυσυγκινήσαι μαζί με τους άλλους. Και, αφού τελειώση το θέαμα, μην πολυμιλής περί εκείνων που έχουν γίνη, εκτός αν είνε κάτι που να συντείνη εις την βελτίωσιν σου· διότι ημπορούν να νομίσουν οι άλλοι ότι εθαύμασες το θέαμα.
33.11 εἰς ἀκροάσεις τινῶν μὴ εἰκῇ μηδὲ ῥᾳδίως πάριθι· παριὼν δὲ τὸ σεμνὸν καὶ τὸ εὐσταθὲς καὶ ἅμα ἀνεπαχθὲς φύλασσε. 11. Εις δημόσια αναγνώσματα να μη πηγαίνης όπου τύχη ούτε εύκολα· και, αν πας, διατήρει την βαρύτητά σου και την γαλήνην σου, που να μην είν ενοχλητική συγχρόνως εις τους άλλους.
33.12 ὅταν τινὶ μέλλῃς συμβαλεῖν, μάλιστα τῶν ἐν ὑπεροχῇ δοκούντων, πρόβαλε σαυτῷ, τί ἂν ἐποίησεν ἐν τούτῳ Σωκράτης ἢ Ζήνων, καὶ οὐκ ἀπορήσεις τοῦ χρήσασθαι προσηκόντως τῷ ἐμπεσόντι. 12. Όταν έχης να κάμης με κανένα, μάλιστα από όσους νομίζονται μεγάλοι, πρόβαλε εις τον εαυτόν σου εκείνο που ο Σωκράτης ή ο Ζήνων θα έκαμνεν εις ομοίαν περίστασιν και δεν θα λείψης από το να φερθής αρμοδίως εις αυτήν.
33.13 ὅταν φοιτᾷς πρός τινα τῶν μέγα δυναμένων, πρόβαλε, ὅτι οὐχ εὑρήσεις αὐτὸν ἔνδον, ὅτι ἀποκλεισθήσῃ, ὅτι ἐντιναχθήσονταί σοι αἱ θύραι, ὅτι οὐ φροντιεῖ σου. κἂν σὺν τούτοις ἐλθεῖν καθήκῃ, ἐλθὼν φέρε τὰ γινόμενα καὶ μηδέποτε εἴπῃς αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ὅτι ‘οὐκ ἦν τοσούτου’· ἰδιωτικὸν γὰρ καὶ διαβεβλημένον πρὸς τὰ ἐκτός. 13. Όταν συχνάζης εις το σπίτι κανενός από τους μεγαλοσιάνους, πρόβαλε εις τον εαυτόν σου ότι δεν θα τον εύρης μέσα, ότι δεν θα σε δεχθούν, ότι θα σου κλείσουν την θύραν κατά πρόσωπον, ότι πεντάρα δεν θα δώσουν για σένα. Και, αν μ' όλ' αυτά είνε ανάγκη να πας, πρέπει να υποφέρης τα γινόμενα και ποτέ να μην ειπής εις τον εαυτόν σου, ότι “δεν άξιζε τον κόπον”. Διότι τούτο θα ήρμοζεν εις ιδιώτην και άνθρωπον που ερεθίζεται από τα εξωτερικά πράγματα.
33.14 ἐν ταῖς ὁμιλίαις ἀπέστω τὸ ἑαυτοῦ τινων ἔργων ἢ κινδύνων ἐπὶ πολὺ καὶ ἀμέτρως μεμνῆσθαι. οὐ γάρ, ὡς σοὶ ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σῶν κινδύνων μεμνῆσθαι, οὕτω καὶ τοῖς ἄλλοις ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σοὶ συμβεβηκότων ἀκούειν. 14. Εις τας συναναστροφάς ν' απέχης από το να μνημονεύης ή έργα σου ή κινδύνους πολύ και αμέτρως. Διότι, όπως είν' ευχάριστον εις εσένα το να ομιλής περί των κινδύνων σου, δεν είν' ευχάριστον επίσης και εις τους άλλους ν' ακούουν δι' όσα σου έχουν συμβή.
33.15 ἀπέστω δὲ καὶ τὸ γέλωτα κινεῖν· ὀλισθηρὸς γὰρ ὁ τρόπος εἰς ἰδιωτισμὸν καὶ ἅμα ἱκανὸς τὴν αἰδῶ τὴν πρὸς σὲ τῶν πλησίον ἀνιέναι. 15. Ν' απέχης επίσης και από το να κάμνης τους άλλους να γελούν. Διότι είν' ενδεχόμενον να γλιστρήσης εις τους τρόπους των ιδιωτών και συγχρόνως τούτο να σου ελαττώση το σέβας εκείνων που σε πλησιάζουν.
33.16 ἐπισφαλὲς δὲ καὶ τὸ εἰς αἰσχρολογίαν προελθεῖν. ὅταν οὖν τι συμβῇ τοιοῦτον, ἂν μὲν εὔκαιρον ᾖ, καὶ ἐπίπληξον τῷ προελθόντι· εἰ δὲ μή, τῷ γε ἀποσιωπῆσαι καὶ ἐρυθριᾶσαι καὶ σκυθρωπάσαι δῆλος γίνου δυσχεραίνων τῷ λόγῳ. 16. Είν' επίσης επισφαλές και το να προβής εις αισχρολογίαν. Όταν λοιπόν συμβή κάτι παρόμοιον, αν το κρίνης κόμμοδον, και επίπληξε εκείνον που έκαμε την αρχήν· ει δε μη, με την σιωπήν σου και το ερύθημα του και με το να σκυθρωπάσης φανέρωνε την απαρέσκειάν σου προς τα λεγόμενα.


ΛΔ
34.1 Ὅταν ἡδονῆς τινος φαντασίαν λάβῃς, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων, φύλασσε σαυτόν, μὴ συναρπασθῇς ὑπ' αὐτῆς· ἀλλ' ἐκδεξάσθω σε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀναβολήν τινα παρὰ σεαυτοῦ λάβε. ἔπειτα μνήσθητι ἀμφοτέρων τῶν χρόνων, καθ' ὅν τε ἀπολαύσεις τῆς ἡδονῆς, καὶ καθ' ὃν ἀπολαύσας ὕστερον μετανοήσεις καὶ αὐτὸς σεαυτῷ λοιδορήσῃ· καὶ τούτοις ἀντίθες ὅπως ἀποσχόμενος χαιρήσεις καὶ ἐπαινέσεις αὐτὸς σεαυτόν. ἐὰν δέ σοι καιρὸς φανῇ ἅψασθαι τοῦ ἔργου, πρόσεχε, μὴ ἡττήσῃ σε τὸ προσηνὲς αὐτοῦ καὶ ἡδὺ καὶ ἐπαγωγόν· ἀλλ' ἀντιτίθει, πόσῳ ἄμεινον τὸ συνειδέναι σεαυτῷ ταύτην τὴν νίκην νενικηκότι. 1. Όταν κάποιας ηδονής φαντασία σου παρουσιασθή, όπως εις τας άλλας φαντασίας, προφύλαττε τον εαυτόν σου μήπως σε συναρπάση· αλλά πριν προβής εις πράξιν λάβε κάποιαν αναβολήν από τον εαυτόν του. Επειτα ενθυμήσου και τα δύο χρονικά σημεία, κ' εκείνο κατά το οποίον θ' απολαύσης την ηδονήν, κ' εκείνο κατά το οποίον, αφού απολαύσης την ηδονήν, ύστερα θα μετανοήσης και συ αυτός θα κατηγορήσης τον εαυτόν σου· και εις αυτά αντίθεσε, πως εάν κρατηθής εις αποχήν, θα χαρής και θα επαινέσης ο ίδιος τον εαυτόν σου· αν αι περιστάσεις απαιτήσουν να το βάλης εις ενέργειαν, πρόσεχε μήπως νικηθής από την γλυκύτητά του, το ευχάριστόν του και το επαγωγόν· αλλ' αντίθετε: πόσον είνε καλύτερον το να έχης συνείδησιν, ότι έχεις νικήση την νίκην αυτήν.


ΛΕ
35.1 Ὅταν τι διαγνούς, ὅτι ποιητέον ἐστί, ποιῇς, μηδέποτε φύγῃς ὀφθῆναι πράσσων αὐτό, κἂν ἀλλοῖόν τι μέλλωσιν οἱ πολλοὶ περὶ αὐτοῦ ὑπολαμβάνειν. εἰ μὲν γὰρ οὐκ ὀρθῶς ποιεῖς, αὐτὸ τὸ ἔργον φεῦγε· εἰ δὲ ὀρθῶς, τί φοβῇ τοὺς ἐπιπλήξοντας οὐκ ὀρθῶς; Όταν κάτι τι, αφού καλά εννοήσης ότι πρέπει να το κάμης, το κάμνης, μη φοβήσαι να σε ιδούν ότι το κάμνεις, και αν ο κόσμος μέλλη να συλλογίζεται κάτι τι όχι καλόν εις βάρος σου. Διότι, αν μεν δεν κάμνης καλά, απόφευγε αυτό το έργον, αν δε πάλιν καλά, τί φοβείσαι εκείνους που θα σ' επιπλήξουν όχι ορθώς;


ΛΣΤ
36.1 Ὡς τὸ ‘ἡμέρα ἐστί’ καὶ ‘νύξ ἐστι’ πρὸς μὲν τὸ διεζευγμένον μεγάλην ἔχει ἀξίαν, πρὸς δὲ τὸ συμπεπλεγμένον ἀπαξίαν, οὕτω καὶ τὸ τὴν μείζω μερίδα ἐκλέξασθαι πρὸς μὲν τὸ σῶμα ἐχέτω ἀξίαν, πρὸς δὲ <τὸ> τὸ κοινωνικὸν ἐν ἑστιάσει, οἷον δεῖ, φυλάξαι, ἀπαξίαν ἔχει. ὅταν οὖν συνεσθίῃς ἑτέρῳ, μέμνησο, μὴ μόνον τὴν πρὸς τὸ σῶμα ἀξίαν τῶν παρακειμένων ὁρᾶν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς τὸν ἑστιάτορα αἰδῶ φυλάξαι. Όπως το “είνε ημέρα” και το “είνε νύκτα” εις διαζευκτικήν μεν πρότασιν έχει μεγάλην αξίαν, εις δε συμπλεκτικήν καμμίαν, έτσι και εις ένα συμπόσιον το να διαλέξης διά τον εαυτόν σου την μεγαλυτέραν μερίδα αναφορικώς μεν προς το σώμα ας υποθέσωμεν ότι έχει αξίαν, αλλά δεν έχει αξίαν αναφορικώς προς τους κοινωνικούς τρόπους, που πρέπει να τηρής εις ένα γεύμα. Όταν λοιπόν συντρώγης με άλλον, ενθυμήσου να μη προσέχης εις την αναφορικώς προς το σώμα αξίαν των τροφών, αλλά και πως να διατηρήσης τον προς εκείνον που δίδει το συμπόσιον σεβασμόν.


ΛΖ
37.1 Ἐὰν ὑπὲρ δύναμιν ἀναλάβῃς τι πρόσωπον, καὶ ἐν τούτῳ ἠσχημόνησας καί, ὃ ἠδύνασο ἐκπληρῶσαι, παρέλιπες. Εαν αναλάβης κανένα ρόλον υπέρ τας δυνάμεις του, και εις τούτο έκαμες άσχημην παρουσίαν και παρέλειψες να κάμης ό,τι έπρεπεν.


ΛΗ
38.1 Ἐν τῷ περιπατεῖν καθάπερ προσέχεις, μὴ ἐπιβῇς ἥλῳ ἢ στρέψῃς τὸν πόδα σου, οὕτω πρόσεχε, μὴ καὶ τὸ ἡγεμονικὸν βλάψῃς τὸ σεαυτοῦ. καὶ τοῦτο ἐὰν ἐφ' ἑκάστου ἔργου παραφυλάσσωμεν, ἀσφαλέστερον ἁψόμεθα τοῦ ἔργου. Όταν περιπατής, καθώς προσέχεις μήπως πατήσης καρφί, ή στραγγουλίσης το πόδι σου, ομοίως πρόσεχε, μη βλάψης και το ανώτερον μέρος της ψυχής σου. Και, αν εις την αρχήν κάθε έργου λαμβάνωμεν αυτήν την προφύλαξιν, ασφαλέστερα θα το επιχειρήσωμεν.


ΛΘ
39.1 Μέτρον κτήσεως τὸ σῶμα ἑκάστῳ ὡς ὁ ποὺς ὑποδήματος. ἐὰν μὲν οὖν ἐπὶ τούτου στῇς, φυλάξεις τὸ μέτρον· ἐὰν δὲ ὑπερβῇς, ὡς κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ἀνάγκη φέρεσθαι· καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποδήματος, ἐὰν ὑπὲρ τὸν πόδα ὑπερβῇς, γίνεται κατάχρυσον ὑπόδημα, εἶτα πορφυροῦν, κεντητόν. τοῦ γὰρ ἅπαξ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὅρος οὐθείς ἐστιν. Μέτρον των όσα πρέπει ν' αποκτήση κανείς είνε το σώμα του, όπως το πόδι είνε μέτρον του υποδήματος. Αν λοιπόν σταματήσης εις αυτό και δεν ζητήσης περισσότερα, θα φυλάξης το μέτρον· αν όμως ζητήσης περισσότερα παρ' όσα σου αναγκαιούν, θα φέρεσαι του λοιπού ωσάν κατά κρημνού, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το υπόδημα· αν υπερβής τον πόδα σου, γίνεται κατάχρυσον υπόδημα· έπειτα πορφυρούν, έπειτα κεντητόν. Διότι εις εκείνο που άπαξ υπερέβη το μέτρον όριον κανέν δεν υπάρχει.


...συνεχίζεται


Πηγή: Μικρός Απόπλους


Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος δεύτερον

Επίκτητος

Εγχειρίδιον

(μέρος δεύτερον)



ΙΔ
14.1 Ἐὰν θέλῃς τὰ τέκνα σου καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς φίλους σου πάντοτε ζῆν, ἠλίθιος εἶ· τὰ γὰρ μὴ ἐπὶ σοὶ θέλεις ἐπὶ σοὶ εἶναι καὶ τὰ ἀλλότρια σὰ εἶναι. οὕτω κἂν τὸν παῖδα θέλῃς μὴ ἁμαρτάνειν, μωρὸς εἶ· θέλεις γὰρ τὴν κακίαν μὴ εἶναι κακίαν, ἀλλ' ἄλλο τι. ἐὰν δὲ θέλῃς ὀρεγόμενος μὴ ἀποτυγχάνειν, τοῦτο δύνασαι. τοῦτο οὖν ἄσκει, ὃ δύνασαι. Αν θέλης τα παιδιά σου και η γυναίκα σου να ζουν παντοτινά, είσαι ηλίθιος· διότι θέλεις να εξουσιάζης ό,τι δεν σου ανήκει, και τα ξένα ιδικά σου να είνε. Ομοίως, και αν ο δούλος σου θέλης να μη κάμνη λάθη, είσαι μωρος· διότι είνε ως να θέλης η κακία να μην είνε κακία, αλλά κάτι τι άλλο. Αν πάλιν θέλης να μην αποτυγχάνης εις τας ορέξεις σου, τούτο αδύνατον δεν είνε. Προσπάθει να επιτυγχάνης λοιπόν ό,τι είνε δυνατόν να επιτύχης.
14.2 κύριος ἑκάστου ἐστὶν ὁ τῶν ὑπ' ἐκείνου θελομένων ἢ μὴ θελομένων ἔχων τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ περιποιῆσαι ἢ ἀφελέσθαι. ὅστις οὖν ἐλεύθερος εἶναι βούλεται, μήτε θελέτω τι μήτε φευγέτω τι τῶν ἐπ' ἄλλοις· εἰ δὲ μή, δουλεύειν ἀνάγκη. 2. Κύριος κάθε άνθρωπου είν' εκείνος που έχει την εξουσίαν να του δώση ή να του αφαιρέση ό,τι θέλει ή δεν θέλει. Εκείνος λοιπόν που θέλει να είνε ελεύθερος, ας μη θέλη, ή ας μην αποφεύγη τίποτε εκ των εξαρτωμένων από άλλους· ει δε μη, θα είνε αναγκαίως δούλος.


ΙΕ
15.1 Μέμνησο, ὅτι ὡς ἐν συμποσίῳ σε δεῖ ἀναστρέφεσθαι. περιφερόμενον γέγονέ τι κατὰ σέ· ἐκτείνας τὴν χεῖρα κοσμίως μετάλαβε. παρέρχεται· μὴ κάτεχε. οὔπω ἥκει· μὴ ἐπίβαλλε πόρρω τὴν ὄρεξιν, ἀλλὰ περίμενε, μέχρις ἂν γένηται κατὰ σέ. οὕτω πρὸς τέκνα, οὕτω πρὸς γυναῖκα, οὕτω πρὸς ἀρχάς, οὕτω πρὸς πλοῦτον· καὶ ἔσῃ ποτὲ ἄξιος τῶν θεῶν συμπότης. ἂν δὲ καὶ παρατεθέντων σοι μὴ λάβῃς, ἀλλ' ὑπερίδῃς, τότε οὐ μόνον συμπότης τῶν θεῶν ἔσῃ, ἀλλὰ καὶ συνάρχων. οὕτω γὰρ ποιῶν Διογένης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι ἀξίως θεῖοί τε ἦσαν καὶ ἐλέγοντο. Έχε υπ' όψει σου ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι εις την ζωήν σου, όπως εις ένα συμπόσιον (περιφέρουν εις το τραπέζι την απλάδα· άπλωσε και πάρε και συ, με διάκρισιν όμως· την απομακρύνουν; μη την κρατής. Δεν έφθασεν ακόμη; συγκράτει την όρεξίν σου έως ότου έλθη η σειρά σου), ομοίως προς τα παιδιά, προς την γυναίκα σου, κατ' αυτόν τον τρόπον προς τας αρχάς, προς τα πλούτη. Και θα κατασταθής τότε άξιος των θεών συμπότης. Αν δε, και αφού σου παρατεθούν τα τρόφιμα, τα περιφρονήσης και δεν απλώσης χέρι, τότε όχι μόνον συμπότης των θεών θα γείνης, αλλά και συνάρχων. Διότι ομοίως πράττοντες ο Διογένης και ο Ηράκλειτος, και οι όμοιοί των, επαξίως κ' ελέγοντο και ήσαν θείοι.


ΙΣΤ
16.1 Ὅταν κλαίοντα ἴδῃς τινὰ ἐν πένθει ἢ ἀποδημοῦντος τέκνου ἢ ἀπολωλεκότα τὰ ἑαυτοῦ, πρόσεχε μή σε ἡ φαντασία συναρπάσῃ ὡς ἐν κακοῖς ὄντος αὐτοῦ τοῖς ἐκτός, ἀλλ' εὐθὺς ἔστω πρόχειρον ὅτι ‘τοῦτον θλίβει οὐ τὸ συμβεβηκός (ἄλλον γὰρ οὐ θλίβει), ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτου’. μέχρι μέντοι λόγου μὴ ὄκνει συμπεριφέρεσθαι αὐτῷ, κἂν οὕτω τύχῃ, καὶ συνεπιστενάξαι· πρόσεχε μέντοι μὴ καὶ ἔσωθεν στενάξῃς. 1. Όταν ιδής κανένα πενθούντα να κλαίη, διότι ξενιτεύεται το παιδί του, η διότι έχασε την περιουσίαν του, πρόσεχε μη σε συναρπάση η φαντασία ότι τα εξωτερικά γεγονότα που του συμβαίνουν είνε κακά, αλλ' αμέσως να συλλογίζεσαι ότι δεν τον θλίβει το συμβεβηκός—αφού ούτε άλλον θλίβει—αλλά η περί τούτου γνώμη του. Και με τα λόγια μεν μη διστάζης να τον συλλυπήσαι· και, αν θέλης, ακόμη και αναστέναξε μαζί του· πρόσεχε μην αναστενάξης και μέσα σου όμως.


ΙΖ
17.1 Μέμνησο, ὅτι ὑποκριτὴς εἶ δράματος, οἵου ἂν θέλῃ ὁ διδάσκαλος· ἂν βραχύ, βραχέος· ἂν μακρόν, μακροῦ· ἂν πτωχὸν ὑποκρίνασθαί σε θέλῃ, ἵνα καὶ τοῦτον εὐφυῶς ὑποκρίνῃ ἂν χωλόν, ἂν ἄρχοντα, ἂν ἰδιώτην. σὸν γὰρ τοῦτ' ἔστι, τὸ δοθὲν ὑποκρίνασθαι πρόσωπον καλῶς· ἐκλέξασθαι δ' αὐτὸ ἄλλου. Συλλογίσου ότι είσαι υποκριτής του δράματος που ο ποιητής θέλει· αν είνε σύντομον το δράμα, συντόμου, αν μακρόν, μακρού· αν θέλη να υποκρίνεσαι πτωχόν, υποκρίνου και τον πτωχόν αρμόδια· αν χωλόν θέλη να υποκρίνεσαι, αν άρχοντα θέλη, αν θέλη ιδιώτην. Διότι εις την εξουσίαν σου είνε το να υποκριθής καλά το πρόσωπον που σου εδόθη· αλλά εις την εξουσίαν άλλου να εκλέξη το πρόσωπον που θα υποκριθής.


ΙΗ
18.1 Κόραξ ὅταν μὴ αἴσιον κεκράγῃ, μὴ συναρπαζέτω σε ἡ φαντασία· ἀλλ' εὐθὺς διαίρει παρὰ σεαυτῷ καὶ λέγε ὅτι ‘τούτων ἐμοὶ οὐδὲν ἐπισημαίνεται, ἀλλ' ἢ τῷ σωματίῳ μου ἢ τῷ κτησειδίῳ μου ἢ τῷ δοξαρίῳ μου ἢ τοῖς τέκνοις ἢ τῇ γυναικί. ἐμοὶ δὲ πάντα αἴσια σημαίνεται, ἐὰν ἐγὼ θέλω· ὅ τι γὰρ ἂν τούτων ἀποβαίνῃ, ἐπ' ἐμοί ἐστιν ὠφεληθῆναι ἀπ' αὐτοῦ’. Να μη σε ταράξη η φαντασία, αν τύχη και κράξη δυσοιώνως κοράκι· να διακρίνης λοιπόν αμέσως εντός σου, ότι εις όλ' αυτά τίποτε δεν προμηνύεται δι' εμέ, αλλ' ή 'ς το σώμα μου, είτε 'ς την περιουσιούλαν μου, ή την δοξούλαν μου, ή τα παιδιά μου, ή την γυναικά μου. Όμως εις εμέ όλα προμηνύοντ' ευχάριστα, αν εγώ το θέλω· επειδή, οτιδήποτε αν συμβή, υπάρχει τρόπος να ωφεληθώ απ' αυτό.


ΙΘ
19.1 Ἀνίκητος εἶναι δύνασαι, ἐὰν εἰς μηδένα ἀγῶνα 1. Ανίκητος είνε δυνατόν να είσαι, αν δεν κατέρχεσαι ποτέ εις αγώνα, εις τον οποίον δεν ημπορείς να νικήσης.
19.2 καταβαίνῃς, ὃν οὐκ ἔστιν ἐπὶ σοὶ νικῆσαι. ὅρα μήποτε ἰδών τινα προτιμώμενον ἢ μέγα δυνάμενον ἢ ἄλλως εὐδοκιμοῦντα μακαρίσῃς, ὑπὸ τῆς φαντασίας συναρπασθείς. ἐὰν γὰρ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν ἡ οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ ᾖ, οὔτε φθόνος οὔτε ζηλοτυπία χώραν ἔχει· σύ τε αὐτὸς οὐ στρατηγός, οὐ πρύτανις ἢ ὕπατος εἶναι θελήσεις, ἀλλ' ἐλεύθερος. μία δὲ ὁδὸς πρὸς τοῦτο, καταφρόνησις τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν. 2. Πρόσεχε, αν ιδής κάποιον προτιμώμενον, ή να έχη μεγάλην δύναμιν, ή κατ' άλλον τρόπον να ευδοκιμή, μήπως τον καλοτυχίσης συναρπασθείς από την φαντασίαν. Διότι, αν η ουσία του καλού υπάρχ' εις εκείνα που είνε εις την εξουσίαν μας, ούτε φθόνος, ούτε ζηλοτυπία έχει τον τόπον της, και συ ο ίδιος ούτε στρατηγός ούτε πρύτανις ή ύπατος θα επιθυμήσης να γείνης, αλλά ελεύθερος να μείνης. Ένας δρόμος προς τούτο υπάρχει: η καταφρόνησις εκείνων που δεν είνε εις την εξουσίαν μας.


Κ
20.1 Μέμνησο, ὅτι οὐχ ὁ λοιδορῶν ἢ ὁ τύπτων ὑβρίζει, ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτων ὡς ὑβριζόντων. ὅταν οὖν ἐρεθίσῃ σέ τις, ἴσθι, ὅτι ἡ σή σε ὑπόληψις ἠρέθικε. τοιγαροῦν ἐν πρώτοις πειρῶ ὑπὸ τῆς φαντασίας μὴ συναρπασθῆναι· ἂν γὰρ ἅπαξ χρόνου καὶ διατριβῆς τύχῃς, ῥᾷον κρατήσεις σεαυτοῦ. 1.Συλλογίσου ότι όχι εκείνος που κατηγορεί, ή εκείνος που κτυπά, υβρίζει, αλλά είνε η αντίληψίς μας η περί αυτών ότι τάχα υβρίζουν. Όταν λοιπόν σ' ερεθίση κανείς, γνώριζε, ότι μάλλον η αντίληψίς σου περί αυτού είνε που σε ηρέθισε. Πάσχιζε λοιπόν πρώτα, να μη συναρπάζεσαι από την φαντασίαν, διότι αν μίαν φοράν λάβης καιρόν και διάστημα, ευκολώτερα θα συγκρατήσης έπειτα τον εαυτόν σου.


ΚΑ
21.1 Θάνατος καὶ φυγὴ καὶ πάντα τὰ δεινὰ φαινόμενα πρὸ ὀφθαλμῶν ἔστω σοι καθ' ἡμέραν, μάλιστα δὲ πάντων ὁ θάνατος· καὶ οὐδὲν οὐδέποτε οὔτε ταπεινὸν ἐνθυμηθήσῃ οὔτε ἄγαν ἐπιθυμήσεις τινός. Τον θάνατον και την εξορίαν και όλα, όσα φοβερά φαίνονται, έχε τα καθημερινώς προ οφθαλμών και προ πάντων τον θάνατον έτσι κανένα πράγμα ποτέ ταπεινόν δεν θα συλλογισθής ούτε θα πολυεπιθυμήσης τίποτε.


ΚΒ
22.1 Εἰ φιλοσοφίας ἐπιθυμεῖς, παρασκευάζου αὐτόθεν ὡς καταγελασθησόμενος, ὡς καταμωκησομένων σου πολλῶν, ὡς ἐρούντων ὅτι ‘ἄφνω φιλόσοφος ἡμῖν ἐπανελήλυθε’ καὶ ‘πόθεν ἡμῖν αὕτη ἡ ὀφρύς;’ σὺ δὲ ὀφρὺν μὲν μὴ σχῇς· τῶν δὲ βελτίστων σοι φαινομένων οὕτως ἔχου, ὡς ὑπὸ τοῦ θεοῦ τεταγμένος εἰς ταύτην τὴν χώραν· μέμνησό τε διότι, ἐὰν μὲν ἐμμείνῃς τοῖς αὐτοῖς, οἱ καταγελῶντές σου τὸ πρότερον οὗτοί σε ὕστερον θαυμάσονται, ἐὰν δὲ ἡττηθῇς αὐτῶν, διπλοῦν προσλήψῃ καταγέλωτα. Εάν επιθυμής φιλοσοφίαν, προδιάθετε τον εαυτόν σου εις το περιγέλασμα και την καταφρόνησιν πολλών που θα πουν: “Ξαφνικά μας εγύρισεν ο φιλόσοφος, και από που κι' ως πού αυτό το φρύδι”. Και συ μη σηκώσης το φρύδι βέβαια· να κρατήσαι σφικτά όμως από όσα σου φαίνονται προτιμότερα, με την πεποίθησιν ότι είσαι τοποθετημένος εκεί από τον θεόν· και συλλογίσου ότι, εάν μεν επιμείνης εις τα ίδια, εκείνοι που σε περιγελούσαν άλλοτε, αυτοί υστερώτερα θα σε θαυμάσουν· εάν όμως νικηθής απέναντί των, θα προκαλέσης διπλά περιγελάσματα.


ΚΓ
23.1 Ἐάν ποτέ σοι γένηται ἔξω στραφῆναι πρὸς τὸ βούλεσθαι ἀρέσαι τινί, ἴσθι ὅτι ἀπώλεσας τὴν ἔνστασιν. ἀρκοῦ οὖν ἐν παντὶ τῷ εἶναι φιλόσοφος εἰ δὲ καὶ δοκεῖν βούλει [τῷ εἶναι], σαυτῷ φαίνου καὶ ἱκανὸς ἔσῃ. Αν ποτέ δώσης προσοχήν εις τα εξωτερικά αντικείμενα διά ν' αρέσης εις κάποιον, γνώριζε ότι έχασες τας αρχάς σου. Ν' αρκήσαι λοιπόν πάντοτε εις το να είσαι φιλόσοφος. Αν δε όχι να είσαι μόνον, αλλά θέλεις και να φαίνεσαι φιλόσοφος, να φαίνεσαι τοιούτος εις τον εαυτόν σου· και είνε αρκετόν.


ΚΔ
24.1 Οὗτοί σε οἱ διαλογισμοὶ μὴ θλιβέτωσαν ‘ἄτιμος ἐγὼ βιώσομαι καὶ οὐδεὶς οὐδαμοῦ’. εἰ γὰρ ἡ ἀτιμία ἐστὶ κακόν, οὐ δύνασαι ἐν κακῷ εἶναι δι' ἄλλον, οὐ μᾶλλον ἢ ἐν αἰσχρῷ· μή τι οὖν σόν ἐστιν ἔργον τὸ ἀρχῆς τυχεῖν ἢ παραληφθῆναι ἐφ' ἑστίασιν; οὐδαμῶς. πῶς οὖν ἔτι τοῦτ' ἔστιν ἀτιμία; πῶς δὲ οὐδεὶς οὐδαμοῦ ἔσῃ, ὃν ἐν μόνοις εἶναί τινα δεῖ τοῖς ἐπὶ σοί, ἐν οἷς ἔξεστί σοι εἶναι πλείστου ἀξίῳ; 1. Να μη σε θλίβουν διαλογισμοί σαν αυτούς: “Άδοξος και ασήμαντος θα περάσω την ζωήν μου”. Διότι, αν είνε κακόν η αδοξία, δεν ημπορεί να ευρίσκεσ' εξ αιτίας άλλου εις το κακόν περισσότερον παρ' όσον εξ αιτίας άλλου είνε δυνατόν να ευρίσκεσαι εις εντροπήν. Μήπως είνε λοιπόν το έργον σου το να επιτύχης εξουσίαν ή να σε προσκαλέσουν εις γεύμα; Καθόλου. Πώς λοιπόν ακόμη είνε τούτο ταπείνωσις, και πώς θα είσαι ασήμαντος εσύ, ο οποίος πρέπει να είσαι κάτι τι εις ό,τι είνε εις την εξουσίαν σου, όπου σου δίδεται αξιολογώτατος να είσαι;
24.2 ἀλλά σοι οἱ φίλοι ἀβοήθητοι ἔσονται. τί λέγεις τὸ ἀβοήθητοι; οὐχ ἕξουσι παρὰ σοῦ κερμάτιον· οὐδὲ πολίτας Ῥωμαίων αὐτοὺς ποιήσεις. τίς οὖν σοι εἶπεν, ὅτι ταῦτα τῶν ἐφ' ἡμῖν ἐστιν, οὐχὶ δὲ ἀλλότρια ἔργα; τίς δὲ δοῦναι δύναται ἑτέρῳ, ἃ μὴ ἔχει αὐτός; ‘κτῆσαι οὖν’, φησίν, ‘ἵνα ἡμεῖς ἔχωμεν’. 2. Αλλά θα μείνουν ίσως οι φίλοι σου αβοήθητοι. Διατί λέγεις το “αβοήθητοι”; Που δεν θα τους δώσης χαρτζιλίκι ούτε θα τους κάμης Ρωμαίους πολίτας; και ποιός λοιπόν σου είπεν, ότι αυτά είνε εις την εξουσίαν μας και όχι έργα ξένα; και ποίος τάχα ημπορεί να δώση εις τον άλλον ό,τι αυτός δεν έχει; “Απόκτησε συ λοιπόν” λέγει, “να έχομ' εμείς”.
24.3 εἰ δύναμαι κτήσασθαι τηρῶν ἐμαυτὸν αἰδήμονα καὶ πιστὸν καὶ μεγαλόφρονα, δείκνυε τὴν ὁδὸν καὶ κτήσομαι. εἰ δ' ἐμὲ ἀξιοῦτε τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐμαυτοῦ ἀπολέσαι, ἵνα ὑμεῖς τὰ μὴ ἀγαθὰ περιποιήσησθε, ὁρᾶτε ὑμεῖς, πῶς ἄνισοί ἐστε καὶ ἀγνώμονες. τί δὲ καὶ βούλεσθε μᾶλλον; ἀργύριον ἢ φίλον πιστὸν καὶ αἰδήμονα; εἰς τοῦτο οὖν μοι μᾶλλον συλλαμβάνετε καὶ μή, δι' ὧν ἀποβαλῶ αὐτὰ ταῦτα, ἐκεῖνά με πράσσειν ἀξιοῦτε. 3. Εάν ημπορώ ν' αποκτήσω διατηρών την αξιοπρέπειαν μου, την αξιοπιστίαν, την μεγαλοφροσύνην, δείχνε μου τον δρόμον και θα προσπαθήσω ν' αποκτήσω. Εαν όμως έχετε την αξίωσιν να χάσω τα ιδικά μου αγαθά, διά ν' αποκτήσετ' εσείς όσα δεν είνε αγαθά, βλέπετε πόσον είσθ' εσείς άδικοι και αγνώμονες. Και τί λοιπόν θέλετε περισσότερον; χρήματα ή φίλον πιστόν και αξιοπρεπή; προς τον σκοπόν λοιπόν τούτον βοηθείτέ με, και μην έχετε την αξίωσιν να κάμω εκείνα, διά των οποίων θα χάσω αυτά τ' αγαθά.
24.4 ‘ἀλλ' ἡ πατρίς, ὅσον ἐπ' ἐμοί’, φησίν, ‘ἀβοήθητος ἔσται’. πάλιν, ποίαν καὶ ταύτην βοήθειαν; στοὰς οὐχ ἕξει διὰ σὲ οὔτε βαλανεῖα. καὶ τί τοῦτο; οὐδὲ γὰρ ὑποδήματα ἔχει διὰ τὸν χαλκέα οὐδ' ὅπλα διὰ τὸν σκυτέα· ἱκανὸν δέ, ἐὰν ἕκαστος ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον. εἰ δὲ ἄλλον τινὰ αὐτῇ κατεσκεύαζες πολίτην πιστὸν καὶ αἰδήμονα, οὐδὲν ἂν αὐτὴν ὠφέλεις; ‘ναί.’ οὐκοῦν οὐδὲ σὺ αὐτὸς ἀνωφελὴς ἂν εἴης αὐτῇ. 4. Αλλά θα μείνη χωρίς την βοήθειάν μου η πατρίς, λέγει. Τί είδους βοήθεια είνε πάλιν που μου ζητείτε; ότι δεν θ' αποκτήση εξ αιτίας σου στοάς ούτε λουτρώνας; και τί μ' αυτό; αφού ούτε υποδήματα απέκτησ' εξ αιτίας του χαλκέως, ούτε όπλα εξ αιτίας του υποδηματοποιού· αρκεί αν ο καθείς εκπληρώνη το έργον του. Και μήπως, αν παρεσκεύαζες δι' αυτήν πολίτην πιστόν και αξιοπρεπή, δεν θα την ωφελούσες εις τίποτε; Ναι. Λοιπόν ούτε συ ο ίδιος θα της ήσουν ανωφελής.
24.5 ‘τίνα οὖν ἕξω’, φησί, ‘χώραν ἐν τῇ πόλει;’ ἣν ἂν δύνῃ φυλάττων ἅμα τὸν πιστὸν καὶ αἰδήμονα. εἰ δὲ ἐκείνην ὠφελεῖν βουλόμενος ἀποβαλεῖς ταῦτα, τί ὄφελος ἂν αὐτῇ γένοιο ἀναιδὴς καὶ ἄπιστος ἀποτελεσθείς; 5. “Ποίαν λοιπόν θέσιν θ' αποκτήσω εις την πόλιν;”— Οποιανδήποτε ημπορέσης ν' απόκτησης, διασώζων συγχρόνως εις τον χαρακτήρα σου την πίστιν και την αξιοπρέπειαν. Αν όμως θέλων να την ωφελής χάνης αυτάς σου τας αρετάς, ποίαν ωφέλειαν θα της δώσης, αφού πλέον γείνης αναξιοπρεπής και ανάξιος εμπιστοσύνης;


ΚΕ
25.1 Προετιμήθη σού τις ἐν ἑστιάσει ἢ ἐν προσαγορεύσει ἢ ἐν τῷ παραληφθῆναι εἰς συμβουλίαν; εἰ μὲν ἀγαθὰ ταῦτά ἐστι, χαίρειν σε δεῖ, ὅτι ἔτυχεν αὐτῶν ἐκεῖνος· εἰ δὲ κακά, μὴ ἄχθου, ὅτι σὺ αὐτῶν οὐκ ἔτυχες· μέμνησο δέ, ὅτι οὐ δύνασαι μὴ ταὐτὰ ποιῶν πρὸς τὸ τυγχάνειν τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν τῶν ἴσων ἀξιοῦσθαι. Έτυχε να προτιμηθή άλλος αντί σου εις γεύμα ή προσαγόρευσιν, είτε εις το να του ζητηθή συμβουλή; Εαν μεν αυτά είνε αγαθά, πρέπει να χαίρης ότι τα επέτυχεν εκείνος. Αν κακά, πάλιν να μη λυπήσαι, αφού δεν έτυχαν εις εσέ. Ενθυμού ακόμη ότι δεν πρέπει να έχης αξιώσεις ν' απολαύσης τα ίσα, μη κάμνων όσα οι άλλοι κάμνουν προς απόκτησιν εκείνων, που δεν είνε εις την εξουσίαν μας.
25.2 πῶς γὰρ ἴσον ἔχειν δύναται ὁ μὴ φοιτῶν ἐπὶ θύρας τινὸς τῷ φοιτῶντι; ὁ μὴ παραπέμπων τῷ παραπέμποντι; ὁ μὴ ἐπαινῶν τῷ ἐπαινοῦντι, ἄδικος οὖν ἔσῃ καὶ ἄπληστος, εἰ μὴ προϊέμενος ταῦτα, ἀνθ' ὧν ἐκεῖνα πιπράσκεται, προῖκα αὐτὰ βουλήσῃ λαμβάνειν. Διότι πώς είνε δυνατόν ν' απολαμβάνη τα ίσα εκείνος που δεν πολυσυχνάζει εις τας θύρας των μεγάλων μ' εκείνον που πολυσυχνάζει; εκείνος που δεν τους συνοδεύει μ' εκείνον που τους συντροφεύει; εκείνος που δεν τους επαινεί μ' εκείνον που τους επαινεί; Άδικος θα είσαι λοιπόν και άπληστος, αν, χωρίς να πλήρωσης την τιμήν, αντί της οποίας πωλούνται, θέλης να τα λάβης δωρεάν.
25.3 ἀλλὰ πόσου πιπράσκονται θρίδακες; ὀβολοῦ, ἂν οὕτω τύχῃ. ἂν οὖν τις προέμενος τὸν ὀβολὸν λάβῃ θρίδακας, σὺ δὲ μὴ προέμενος μὴ λάβῃς, μὴ οἴου ἔλαττον ἔχειν τοῦ λαβόντος. ὡς γὰρ ἐκεῖνος ἔχει θρίδακας, οὕτω σὺ τὸν ὀβολόν, ὃν οὐκ ἔδωκας. Πόσο έχουν τα μαρούλια; έναν οβολόν, ας υποθέσωμεν. Αν λοιπόν, αφού πληρώση κάποιος τον οβολόν, πάρη μαρούλια, συ πάλιν που δεν επλήρωσες δεν πάρης, μη νομίζης ότι έχεις ολιγώτερον από τον λαβόντα. Διότι, όπως εκείνος έχει μαρούλια, έχεις και συ τον οβολόν που δεν έδωκες.
25.4 τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐνταῦθα. οὐ παρεκλήθης ἐφ' ἑστίασίν τινος; οὐ γὰρ ἔδωκας τῷ καλοῦντι, ὅσου πωλεῖ τὸ δεῖπνον. ἐπαίνου δ' αὐτὸ πωλεῖ, θεραπείας πωλεῖ. δὸς οὖν τὸ διάφορον, εἰ σοι λυσιτελεῖ, ὅσου πωλεῖται. εἰ δὲ κἀκεῖνα θέλεις μὴ προΐεσθαι καὶ ταῦτα λαμβάνειν, ἄπληστος εἶ καὶ ἀβέλτερος.

Κατά τον αυτόν λοιπόν τρόπον κ' εδώ: Δεν προσεκλήθης εις γεύμα του δείνα, διότι δεν έδωκες εις τον προσκαλούντα εκείνα αντί των οποίων πωλεί το δείπνον, είτε αντ' επαίνου το πωλεί είτε αντί περιποιήσεων. Δώσε λοιπόν, αν σε συμφέρη, την τιμήν, αντί της οποίας πωλείται. Αν δε θέλης κ' εκείνα να μη πληρώνης, συγχρόνως δε να έχης και ταύτα, άπληστος είσαι και αδιόρθωτος.

25.5 οὐδὲν οὖν ἔχεις ἀντὶ τοῦ δείπνου; ἔχεις μὲν οὖν τὸ μὴ ἐπαινέσαι τοῦτον, ὃν οὐκ ἤθελες, τὸ μὴ ἀνασχέσθαι αὐτοῦ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσόδου.

5. Νομίζεις λοιπόν ότι τίποτε δεν έχεις ως αντάλλαγμα του δείπνου· αλλά έχεις αφ' ενός μεν ότι δεν επήνεσες εκείνον που δεν ήθελες, και εξ άλλου ότι δεν εδοκίμασες τους κακούς τρόπους των δούλων που φυλάττουν την είσοδόν του.



ΚΣΤ
26.1 Τὸ βούλημα τῆς φύσεως καταμαθεῖν ἔστιν ἐξ ὧν οὐ διαφερόμεθα πρὸς ἀλλήλους. οἷον, ὅταν ἄλλου παιδάριον κατεάξῃ τὸ ποτήριον, πρόχειρον εὐθὺς λέγειν ὅτι ‘τῶν γινομένων ἐστίν’. ἴσθι οὖν, ὅτι, ὅταν καὶ τὸ σὸν κατεαγῇ, τοιοῦτον εἶναί σε δεῖ, ὁποῖον ὅτε καὶ τὸ τοῦ ἄλλου κατεάγη. οὕτω μετατίθει καὶ ἐπὶ τὰ μείζονα. τέκνον ἄλλου τέθνηκεν ἢ γυνή; οὐδείς ἐστιν ὃς οὐκ ἂν εἴποι ὅτι ‘ἀνθρώπινον’· ἀλλ' ὅταν τὸ αὐτοῦ τινος ἀποθάνῃ, εὐθὺς ‘οἴμοι, τάλας ἐγώ’. ἐχρῆν δὲ μεμνῆσθαι, τί πάσχομεν περὶ ἄλλων αὐτὸ ἀκούσαντες. Το θέλημα της φύσεως είνε δυνατόν να μάθη κανείς εις εκείνα, περί των οποίων αι γνώμαί μας δεν διαφέρουν. Λόγου χάριν, όταν ενός άλλου το παιδάκι σπάση το ποτήρι, ημπορεί κανείς να έχη πρόχειρον το : “συνηθισμένα πράγματα”. Γνώριζε λοιπόν ότι, ακόμη και όταν σπάση το ιδικόν σου ποτήρι, πρέπει να είσαι τοιούτος οποίος θα ήσο και όταν είχε σπάση το ξένο ποτήρι. Μετάφερε την αναλογίαν τοιουτοτρόπως και εις τα μεγαλύτερα. Απέθανεν η γυναίκα ή το παιδί ενός άλλου; κανείς δεν υπάρχει που να μη σου πη “ανθρώπινον είνε τούτο”· αλλ' όταν αποθάνη το ιδικόν του παιδί κάποιου, λέγει ευθύς : Αλλοίμονο μου! Έπρεπεν όμως να ενθυμούμεθα τί πάσχομεν, όταν ακούωμεν να λέγεται τούτο δι άλλους.
...συνεχίζεται


Πηγή: Μικρός Απόπλους


Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Επίκτητος - ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ, μέρος πρώτον

Επίκτητος


Επικτήτου Εγχειρίδιον

Μετάφραση του Αρ. Καμπάνη

Πηγή: Μικρός Απόπλους



Πρόλογος Μεταφράσεως


Εγχειρίδιον

(μέρος πρώτον)
1.1 Τῶν ὄντων τὰ μέν ἐστιν ἐφ' ἡμῖν, τὰ δὲ οὐκ ἐφ' ἡμῖν. ἐφ' ἡμῖν μὲν ὑπόληψις, ὁρμή, ὄρεξις, ἔκκλισις καὶ ἑνὶ λόγῳ ὅσα ἡμέτερα ἔργα· οὐκ ἐφ' ἡμῖν δὲ τὸ σῶμα, ἡ κτῆσις, δόξαι, ἀρχαὶ καὶ ἑνὶ λόγῳ ὅσα οὐχ ἡμέτερα ἔργα. 1. Εκ των πραγμάτων άλλα μεν είνε εις την εξουσίαν μας, άλλα πάλιν δεν είνε. Εις την εξουσίαν μας είνε η γνώμη, η ορμή, είτε η όρεξις, μ' ένα λόγον όσα είνε έργα μας. Δεν είνε εις την εξουσίαν μας το σώμα, η περιουσία, αι αρχαί, μ' ένα λόγον όσα δεν είν' έργα μας.
1.2 καὶ τὰ μὲν ἐφ' ἡμῖν ἐστι φύσει ἐλεύθερα, ἀκώλυτα, ἀπαραπόδιστα, τὰ δὲ οὐκ ἐφ' ἡμῖν ἀσθενῆ, δοῦλα, κωλυτά, ἀλλότρια. 2. Και, όσα μεν είνε εις την εξουσίαν μας, υπάρχουν φύσει ελεύθερα, ακώλυτα, ανεμπόδιστα· όσα όμως δεν είνε εις την εξουσίαν μας, αδύνατα, δούλα, υποκείμενα εις εμπόδια, ξένα.
1.3 μέμνησο οὖν, ὅτι, ἐὰν τὰ φύσει δοῦλα ἐλεύθερα οἰηθῇς καὶ τὰ ἀλλότρια ἴδια, ἐμποδισθήσῃ, πενθήσεις, ταραχθήσῃ, μέμψῃ καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους, ἐὰν δὲ τὸ σὸν μόνον οἰηθῇς σὸν εἶναι, τὸ δὲ ἀλλότριον, ὥσπερ ἐστίν, ἀλλότριον, οὐδείς σε ἀναγκάσει οὐδέποτε, οὐδείς σε κωλύσει, οὐ μέμψῃ οὐδένα, οὐκ ἐγκαλέσεις τινί, ἄκων πράξεις οὐδὲ ἕν, οὐδείς σε βλάψει, ἐχθρὸν οὐχ ἕξεις, οὐδὲ γὰρ βλαβερόν τι πείσῃ. 3. Να ενθυμηθής λοιπόν ότι, αν, όσα φύσει δούλα είνε, ελεύθερα νομίσης και τα ξένα ιδικά σου, θα προσκόψης εις εμπόδια, θα πενθήσης, θα μεμψιμοιρήσης προς θεούς και ανθρώπους· αν όμως το ιδικόν σου μοναχά νομίσης ότι είνε ιδικόν σου, το δε ξένον, καθώς και είνε πράγματι, ξένον, κανένα δεν θα υποστής ποτέ σου εξαναγκασμόν, δεν θα κατηγορήσης, ούτε θα ενοχοποιήσης κανένα, παρά την θέλησιν σου τίποτε δεν θα κάμης, δεν θα σε βλάψη κανείς, εχθρόν δεν θ' αποκτήσης· και χωρίς άλλο βλαβερόν τίποτε δεν θα πάθης.
1.4 τηλικούτων οὖν ἐφιέμενος μέμνησο, ὅτι οὐ δεῖ μετρίως κεκινημένον ἅπτεσθαι αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ μὲν ἀφιέναι παντελῶς, τὰ δ' ὑπερτίθεσθαι πρὸς τὸ παρόν. ἐὰν δὲ καὶ ταῦτ' ἐθέλῃς καὶ ἄρχειν καὶ πλουτεῖν, τυχὸν μὲν οὐδ' αὐτῶν τούτων τεύξῃ διὰ τὸ καὶ τῶν προτέρων ἐφίεσθαι, πάντως γε μὴν ἐκείνων ἀποτεύξη, δι' ὧν μόνων ἐλευθερία καὶ εὐδαιμονία περιγίνεται. 4. Αν λοιπόν επιθυμής τ' ανωτέρω τόσον μεγάλ' αγαθά, ενθυμήσου ότι ραθύμως να τα επιδιώκης δεν πρέπει, αλλά ν' αφήνης μερικά εκ των πραγμάτων ολοτελώς, άλλα πάλιν ν' αναβάλλης προς το παρόν. Αν όμως θέλης συγχρόνως ν' άρχης και να πλουτής, πιθανόν μεν είνε να μην επιτυχής ούτε αυτά, διότι θα επιδιώκης και τα προηγούμενα, οπωσδήποτε θ' αποτύχης εις εκείνα, με τα οποία η ελευθερία και η ευτυχία προσαποκτάται.
1.5 εὐθὺς οὖν πάσῃ φαντασίᾳ τραχείᾳ μελέτα ἐπιλέγειν ὅτι ‘φαντασία εἶ καὶ οὐ πάντως τὸ φαινόμενον’. ἔπειτα ἐξέταζε αὐτὴν καὶ δοκίμαζε τοῖς κανόσι τούτοις οἷς ἔχεις, πρώτῳ δὲ τούτῳ καὶ μάλιστα, πότερον περὶ τὰ ἐφ' ἡμῖν ἐστιν ἢ περὶ τὰ οὐκ ἐφ' ἡμῖν· κἂν περί τι τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν ᾖ, πρόχειρον ἔστω τὸ διότι ‘οὐδὲν πρὸς ἐμέ’ 5. Ν' ασκής λοιπόν τον εαυτόν σου εις τρόπον, ώστε εις κάθε τραχείαν φαντασίαν να επιλέγη: “Φαντασία είσαι και όχι ό,τι φαίνεσαι να παρασταίνης”. Έπειτα να την εξετάζης και να την δοκιμάζης με τους κανόνας, τους οποίους έχεις και πρωτίστως με τον εξής : Είνε από όσα εξουσιάζομεν ή όχι τάχα; Και αν δεν είνε από όσα ευρίσκονται εις την εξουσίαν μας, ας είνε πρόχειρον το: “Δεν με αφορά”.


Β
2.1 Μέμνησο, ὅτι ὀρέξεως ἐπαγγελία ἐπιτυχία, οὗ ὀρέγῃ, ἐκκλίσεως ἐπαγγελία τὸ μὴ περιπεσεῖν ἐκείνῳ, ὃ ἐκκλίνεται, καὶ ὁ μὲν <ἐν> ὀρέξει ἀποτυγχάνων ἀτυχής, ὁ δὲ <ἐν> ἐκκλίσει περιπίπτων δυστυχής. ἂν μὲν οὖν μόνα ἐκκλίνῃς τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐπὶ σοί, οὐδενί, ὧν ἐκκλίνεις, περιπεσῇ· νόσον δ' ἂν ἐκκλίνῃς ἢ θάνατον ἢ πενίαν, δυστυχήσεις. 1. Να ενθυμηθής, ότι εκείνο, που η όρεξις φανερώνει ότι οφείλεται, είνε να επιτύχη εκείνο που ορέγεται, κ' εκείνο, που η αποστροφή φανερώνει ότι δεν θέλει, είνε να μην περιπέσης εις εκείνο που αυτή αποστρέφεται, κ' εκείνος που αποτυγχάνει εις ό,τι ορέγεται είνε ατυχής, κ' εκείνος που επιδιώκει ό,τι αποστρέφεται είνε δυστυχής. Και αν μεν, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από σε, αποστραφής τα παρά φύσιν, δεν θα περιπέσης εις κανέν από όσ' αποστρέφεσαι· αν όμως αποστροφής ή τον θάνατον ή την ανέχειαν, θα δυστυχήσης.
2.2 ἆρον οὖν τὴν ἔκκλισιν ἀπὸ πάντων τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν καὶ μετάθες ἐπὶ τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐφ' ἡμῖν. τὴν ὄρεξιν δὲ παντελῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄνελε· ἄν τε γὰρ ὀρέγῃ τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν τινος, ἀτυχεῖν ἀνάγκη τῶν τε ἐφ' ἡμῖν, ὅσων ὀρέγεσθαι καλὸν ἄν, οὐδὲν οὐδέπω σοι πάρεστι. μόνῳ δὲ τῷ ὁρμᾶν καὶ ἀφορμᾶν χρῶ, κούφως μέντοι καὶ μεθ' ὑπεξαιρέσεως καὶ ἀνειμένως. 2. Παύσε να θέτης λοιπόν αντικείμενον της αποστροφής σου παν ό,τι δεν είνε εις την εξουσίαν μας, βάλε την αποστροφήν σου επάνω εις ό,τι είνε προς την φύσιν εναντίον. Αφαίρεσε κατά το παρόν από τον εαυτόν σου την όρεξιν παντελώς. Διότι, αν ορέγεσαι κάτι από όσα δεν εξαρτώνται από μας, κατ' ανάγκην θα γείνης δυστυχής, και από όσα μας εξαρτώνται, που θ' άξιζαν τον κόπον να τα ποθήσης, κανέν ακόμη δεν θα σου ανήκη. Συνήθιζε λοιπόν αποκλειστικώς τον εαυτόν σου να τείνη προς τα πράγματα και ν' απομακρύνεται απ αυτά, ελαφρά όμως κ' επιφυλακτικά και χωρίς καμμίαν ορμητικότητα.


Γ
3.1 Ἐφ' ἑκάστου τῶν ψυχαγωγούντων ἢ χρείαν παρεχόντων ἢ στεργομένων μέμνησο ἐπιλέγειν, ὁποῖόν ἐστιν, ἀπὸ τῶν σμικροτάτων ἀρξάμενος· ἂν χύτραν στέργῃς, ὅτι ‘χύτραν στέργω’. κατεαγείσης γὰρ αὐτῆς οὐ ταραχθήσῃ· ἂν παιδίον σαυτοῦ καταφιλῇς ἢ γυναῖκα, ὅτι ἄνθρωπον καταφιλεῖς· ἀποθανόντος γὰρ οὐ ταραχθήσῃ. Διά κάθε πράγμα που σ' ευχαριστεί, ή που αγαπάς, ή σου χρειάζεται, ενθυμού να λέγης τί πράγμα είνε, αφού αρχίσης από τα μικροτέρα· αν αγαπάς χύτραν, να λέγης ότι “αγαπώ χύτραν”, διά να μη ταραχθής, αν τυχόν σπάση· αν καταφιλής το παιδί σου ή την γυναικά σου, ότι άνθρωπον καταφιλείς· που και ν' αποθάνη ακόμη δεν θα ταραχθής.


Δ
4.1 Ὅταν ἅπτεσθαί τινος ἔργου μέλλῃς, ὑπομίμνῃσκε σεαυτόν, ὁποῖόν ἐστι τὸ ἔργον. ἐὰν λουσόμενος ἀπίῃς, πρόβαλλε σεαυτῷ τὰ γινόμενα ἐν βαλανείῳ, τοὺς ἀπορραίνοντας, τοὺς ἐγκρουομένους, τοὺς λοιδοροῦντας, τοὺς κλέπτοντας. καὶ οὕτως ἀσφαλέστερον ἅψῃ τοῦ ἔργου, ἐὰν ἐπιλέγῃς εὐθὺς ὅτι ‘λούσασθαι θέλω καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι’. καὶ ὡσαύτως ἐφ' ἑκάστου ἔργου. οὕτω γὰρ ἄν τι πρὸς τὸ λούσασθαι γένηται ἐμποδών, πρόχειρον ἔσται διότι ‘ἀλλ' οὐ τοῦτο ἤθελον μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι· οὐ τηρήσω δέ, ἐὰν ἀγανακτῶ πρὸς τὰ γινόμενα.’ 1. Όταν πρόκειται να καταπιασθή ένα έργον, να υπενθυμίζης εις τον εαυτόν σου τί είδους έργον είνε. Εάν λόγου χάριν πηγαίνης να κάμης λουτρόν, πρόβαλλε εις τον εαυτόν σου όσα γίνονται εις τον λουτρώνα· εκείνους που πετούν νερά, εκείνους που σπρώχνουν, που κοροϊδεύουν, που κλέπτουν και θα καταπιασθής έτσι το έργον ασφαλέστερα, εάν λέγης αμέσως ότι “θέλω να λουσθώ, κ' έκτος τούτου όμως, να διατηρήσω την ψυχικήν μου κατάστασιν σύμφωνην προς την φύσιν”.Παρομοίως διά κάθε άλλο έργον. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον, και αν σταθή κανένα εμπόδιον διά το λουτρόν, θα έχης πρόχειρον τούτο : “Μα δεν ήθελα μόνον αυτό, αλλ' ακόμη να διατηρήσω την ψυχικήν μου διάθεσιν σύμφωνην προς την φύσιν και βέβαια δεν θα την διατηρήσω, εάν αγανακτώ με κάθε ψύλλου πήδημα”.


Ε
5.1 Ταράσσει τοὺς ἀνθρώπους οὐ τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὰ περὶ τῶν πραγμάτων δόγματα· οἷον ὁ θάνατος οὐδὲν δεινόν (ἐπεὶ καὶ Σωκράτει ἂν ἐφαίνετο), ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τοῦ θανάτου, διότι δεινόν, ἐκεῖνο τὸ δεινόν ἐστιν. ὅταν οὖν ἐμποδιζώμεθα ἢ ταρασσώμεθα ἢ λυπώμεθα, μηδέποτε ἄλλον αἰτιώμεθα, ἀλλ' ἑαυτούς, τοῦτ' ἔστι τὰ ἑαυτῶν δόγματα. ἀπαιδεύτου ἔργον τὸ ἄλλοις ἐγκαλεῖν, ἐφ' οἷς αὐτὸς πράσσει κακῶς· ἠργμένου παιδεύεσθαι τὸ ἑαυτῷ· πεπαιδευμένου τὸ μήτε ἄλλῳ μήτε ἑαυτῷ. 2. Δεν είνε τα πράγματα που ταράττουν τους ανθρώπους, αλλ' αι γνώμαί των περί των πραγμάτων, λόγου χάριν ο θάνατος, πράγμα διόλου κακόν, άλλως θα εφαίνετο και εις τον Σωκράτη κακόν αλλά η γνώμη μας περί του θανάτου ότι είνε κακόν, εκείνο είνε το κακόν. Οταν λοιπόν εμποδιζώμεθα ή ταραττώμεθα ή λυπούμεθα, ποτέ να μην αιτιώμεθ' άλλον παρά τους εαυτούς μας, δήλα δη τας γνώμας που έχομεν περί των συμβαινόντων. Είνε ίδιον αφιλοσοφήτου το να ενοχοποιή κανείς άλλους δι' όσα ο ίδιος κακώς επιτελεί· ίδιον ανθρώπου που έχει αρχίση να φιλοσοφή να τ' αποδίδη εις τον εαυτόν του· και ίδιον φιλοσόφου να μη τ' αποδίδη ούτε εις άλλον, ούτε και εις τον εαυτόν του.


ΣΤ
6.1 Ἐπὶ μηδενὶ ἐπαρθῇς ἀλλοτρίῳ προτερήματι. εἰ ὁ ἵππος ἐπαιρόμενος ἔλεγεν ὅτι ‘καλός εἰμι’, οἰστὸν ἂν ἦν· σὺ δέ, ὅταν λέγῃς ἐπαιρόμενος ὅτι ‘ἵππον καλὸν ἔχω’, ἴσθι, ὅτι ἐπὶ ἵππου ἀγαθῷ ἐπαίρῃ. τί οὖν ἐστι σόν; χρῆσις φαντασιῶν. ὥσθ', ὅταν ἐν χρήσει φαντασιῶν κατὰ φύσιν σχῇς, τηνικαῦτα ἐπάρθητι· τότε γὰρ ἐπὶ σῷ τινι ἀγαθῷ ἐπαρθήσῃ. Διά κανένα ξένον προτέρημα μην επαρθής. Αν το άλογον επαιρόμενον έλεγεν “είμαι ωραίον” θα ήτον υποφερτόν. Όταν όμως εσύ λέγης επαιρόμενος “έχω καλό άλογο”, γνώριζε ότι επαίρεσαι διά προτέρημα ενός αλόγου όχι ιδικόν σου. Κ' εν τούτοις τί είνε ιδικόν σου; ο τρόπος με τον οποίον μεταχειρίζεσαι τας φαντασίας των πραγμάτων. Ώστε λοιπόν, μόνον όταν εις τον χειρισμόν των φαντασιών λάβης σύμβουλον την φύσιν, τότε να επαρθής, διότι τότε θα επαρθής διά κάποιο αγαθόν που είνε ιδικόν σου.


Ζ
7.1 Καθάπερ ἐν πλῷ τοῦ πλοίου καθορμισθέντος εἰ ἐξέλθοις ὑθρεύσασθαι, ὁδοῦ μὲν πάρεργον καὶ κοχλίδιον ἀναλέξῃ καὶ βολβάριον, τετάσθαι δὲ δεῖ τὴν διάνοιαν ἐπὶ τὸ πλοῖον καὶ συνεχῶς ἐπιστρέφεσθαι, μή ποτε ὁ κυβερνήτης καλέσῃ, κἂν καλέσῃ, πάντα ἐκεῖνα ἀφιέναι, ἵνα μὴ δεδεμένος ἐμβληθῇς ὡς τὰ πρόβατα· οὕτω καὶ ἐν τῷ βίῳ, ἐὰν διδῶται ἀντὶ βολβαρίου καὶ κοχλιδίου γυναικάριον καὶ παιδίον, οὐδὲν κωλύσει· ἐὰν δὲ ὁ κυβερνήτης καλέσῃ, τρέχε ἐπὶ τὸ πλοῖον ἀφεὶς ἐκεῖνα ἅπαντα μηδὲ ἐπιστρεφόμενος. ἐὰν δὲ γέρων ᾖς, μηδὲ ἀπαλλαγῇς ποτε τοῦ πλοίου μακράν, μή ποτε καλοῦντος ἐλλίπῃς. Όπως εις ένα ταξίδι, αφού το πλοίον αγκυροβολήση, καθώς θα εξέλθης διά νερόν, ημπορείς παρέργως εις τον δρόμον σου να περιμαζεύσης είτ' ένα κοχύλι, είτ' ένα κρεμμύδι και να έχης καρφωμένην την προσοχήν σου όμως εις το πλοίον, και συμβαίνει τότε να στρέφεσαι συνεχώς οπίσω μη τυχόν σε καλέση ο κυβερνήτης, και αν σε καλέση, ν' αφήνης όλ' αυτά, μήπως και σε βάλουν δεμένον εις καμμίαν άκρην του πλοίου, όπως τα πρόβατα· έτσι και εις την ζωήν εάν δίδεται αντί κρεμμυδιού και κοχυλιού μία γυναικούλα ή ένα παιδάκι δεν θα σ' εμποδίση τίποτε να τα έχης, αν τα θέλης, εάν όμως σε καλέση ο κυβερνήτης, τρέχε προς το πλοίον, αφήνων όλ' αυτά, χωρίς να κυτάξης οπίσω. "Αν πάλιν είσαι γέρων, ούτε ν' απομακρυνθής καν από το πλοίον, μήπως, όταν τύχη να σε καλέση ο κυβερνήτης δεν είσαι παρών.


Η
8.1 Μὴ ζήτει τὰ γινόμενα γίνεσθαι ὡς θέλεις, ἀλλὰ θέλε τὰ γινόμενα ὡς γίνεται καὶ εὐροήσεις. Μη ζητής όσα γίνονται να γίνωνται όπως τα θέλεις εσύ, αλλά θέλε μάλλον όσα γίνονται, όπως γίνονται, και θα περάσης καλά.


Θ
9.1 Νόσος σώματός ἐστιν ἐμπόδιον, προαιρέσεως δὲ οὔ, ἐὰν μὴ αὐτὴ θέλῃ. χώλανσις σκέλους ἐστὶν ἐμπόδιον, προαιρέσεως δὲ οὔ. καὶ τοῦτο ἐφ' ἑκάστου τῶν ἐμπιπτόντων ἐπίλεγε· εὑρήσεις γὰρ αὐτὸ ἄλλου τινὸς ἐμπόδιον, σὸν δὲ οὔ. Η ασθένεια είν' εμπόδιον του σώματος, όχι της ψυχικής διαθέσεως. Το να γείνης χωλός είν' εμπόδιον του σκέλους σου, όχι της ψυχικής σου διαθέσεως. Και τούτο να λέγης κάθε τόσο εις παν ό,τι σου συμβαίνει· διότι θα το ευρίσκης εμπόδιον κάποιου άλλου· ιδικόν σου όμως όχι.


Ι
10.1 Ἐφ' ἑκάστου τῶν προσπιπτόντων μέμνησο ἐπιστρέφων ἐπὶ σεαυτὸν ζητεῖν, τίνα δύναμιν ἔχεις πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. ἐὰν καλὸν ἴδῃς ἢ καλήν, εὑρήσεις δύναμιν πρὸς ταῦτα ἐγκράτειαν· ἐὰν πόνος προσφέρηται, εὑρήσεις καρτερίαν· ἂν λοιδορία, εὑρήσεις ἀνεξικακίαν. καὶ οὕτως ἐθιζόμενόν σε οὐ συναρπάσουσιν αἱ φαντασίαι. Εις καθετί που σου παρουσιάζεται να ζητής, επιστρέφων εις τον εαυτόν σου, ποίαν δύναμιν έχεις που εις τούτο να σε καθοδήγηση. Εαν ιδής λ. χ. μίαν ωραίαν γυναίκα, θα εύρης μέσα σου δύναμιν την εγκράτειαν. Εάν σου προσφέρεται πόνος, θα ευρίσκης την καρτερίαν· αν κακογλωσσιά, την ανεξικακίαν. Και, αν συνηθίζης έτσι τον εαυτόν σου, δεν θα σε συναρπάζουν αι φαντασίαι.


ΙΑ
11.1 Μηδέποτε ἐπὶ μηδενὸς εἴπῃς ὅτι ‘ἀπώλεσα αὐτό’, ἀλλ' ὅτι ‘ἀπέδωκα’. τὸ παιδίον ἀπέθανεν; ἀπεδόθη. ἡ γυνὴ ἀπέθανεν; ἀπεδόθη. ‘τὸ χωρίον ἀφῃρέθην.’ οὐκοῦν καὶ τοῦτο ἀπεδόθη. ‘ἀλλὰ κακὸς ὁ ἀφελόμενος.’ τί δὲ σοὶ μέλει, διὰ τίνος σε ὁ δοὺς ἀπῄτησε; μέχρι δ' ἂν διδῷ, ὡς ἀλλοτρίου αὐτοῦ ἐπιμελοῦ, ὡς τοῦ πανδοχείου οἱ παριόντες. Ποτέ σου δι' οποιονδήποτε πράγμα μην είπης “το έχασα”, αλλά “το έδωκα πάλιν ως οφειλόμενον”. Απέθανε το παιδί σου; Απεδόθη. Απέθανεν η γυναίκα σου; απεδόθη. “Μου αφήρεσαν την ιδιοκτησίαν”. Και αυτή λοιπόν απεδόθη. “Μα είνε κακός εκείνος που την αφήρεσεν”. Αλλά τί τάχα σε μέλει διά μέσου τίνος σου τα επήρεν οπίσω εκείνος που σου τα έδωκεν; Εφόσον σου τ' αφήνει, φρόντιζε δι' αυτά ως διά κάτι ξένον, καθώς διά το πανδοχείον όσοι περνούν απ' εκεί.


ΙΒ
12.1 Εἰ προκόψαι θέλεις, ἄφες τοὺς τοιούτους ἐπιλογισμούς. ‘ἐὰν ἀμελήσω τᾶν ἐμῶν, οὐχ ἕξω διατροφάς’· ‘ἐὰν μὴ κολάσω τὸν παῖδα, πονηρὸς ἔσται.’ κρεῖσσον γὰρ λιμῷ ἀποθανεῖν ἄλυπον καὶ ἄφοβον γενόμενον ἢ ζῆν ἐν ἀφθόνοις ταρασσόμενον. κρεῖττον δὲ τὸν παῖδα κακὸν εἶναι ἢ σὲ κακοδαίμονα. 1. Αν θέλης να προκόψης, ν' αφήσης στοχασμούς ωσάν αυτούς λ.χ.: “αν δεν φροντίσω διά τας εργασίας μου, θα μου λείψη το ψωμί”. “Αν δεν βασανίσω τον δούλον μου, θα πάρη κακόν δρόμον”. Διότι είνε προτιμότερον ν' αποθάνη κάνεις από πείναν χωρίς φόβους και λύπας παρά να ζη πλούσια χωρίς γαλήνην· και είνε προτιμότερον να είνε ο δούλος σου δυστυχής παρά δυστυχής εσύ.
12.2 ἄρξαι τοιγαροῦν ἀπὸ τῶν σμικρῶν. ἐκχεῖται τὸ ἐλάδιον, κλέπτεται τὸ οἰνάριον· ἐπίλεγε ὅτι ‘τοσούτου πωλεῖται ἀπάθεια, τοσούτου ἀταραξία’· προῖκα δὲ οὐδὲν περιγίνεται. ὅταν δὲ καλῇς τὸν παῖδα, ἐνθυμοῦ, ὅτι δύναται μὴ ὑπακοῦσαι καὶ ὑπακούσας μηδὲν ποιῆσαι ὧν θέλεις· ἀλλ' οὐχ οὕτως ἐστὶν αὐτῷ καλῶς, ἵνα ἐπ' ἐκείνῳ ᾖ τὸ σὲ μὴ ταραχθῆναι. 2. Άρχισε λοιπόν από τα μικρά. Σου χύνεται το λαδάκι σου; Σου κλέπτουν το κρασάκι σου; να επιλέγης : “Τόσον ακριβά πωλείται η απάθεια, τόσον ακριβά η αταραξία”· χάρισμα δεν δίδεται τίποτε. Όταν δε καλής τον δούλόν σου, να συλλογίζεσαι ότι ενδεχόμενον να μην υπακούση, και αν υπακούση [φαινομενικώς], να μην κάμη κανέν από τα θελήματα σου· αλλ' η θέσις του βέβαια δεν είνε και τόσον ωραία, ώστε να είνε στο χέρι του η αταραξία σου.


ΙΓ
13.1 Εἰ προκόψαι θέλεις, ὑπόμεινον ἕνεκα τῶν ἐκτὸς ἀνόητος δόξας καὶ ἠλίθιος, μηδὲν βούλου δοκεῖν ἐπίστασθαι· κἂν δόξῃς τις εἶναί τισιν, ἀπίστει σεαυτῷ. ἴσθι γὰρ ὅτι οὐ ῥᾴδιον τὴν προαίρεσιν τὴν σεαυτοῦ κατὰ φύσιν ἔχουσαν φυλάξαι καὶ τὰ ἐκτός, ἀλλὰ τοῦ ἑτέρου ἐπιμελούμενον τοῦ ἑτέρου ἀμελῆσαι πᾶσα ἀνάγκη.
Αν θέλης να προκόψης, υπόμεινε να σε νομίζουν ως προς τα εξωτερικά πράγματα ανόητον και ηλίθιον, κάμνε πως δεν ηξεύρεις τίποτε, και αν φανής εις μερικούς ότι είσαι κάτι, άρχισε να δυσπιστής προς τον εαυτόν σου. Διότι πρέπει να γνωρίζης ότι δεν είν' εύκολον να διατηρήσης την ψυχικήν σου διάθεσιν κατά φύσιν και συγχρόνως να φροντίζης διά τα εξωτερικά πράγματα, αλλά φροντίζων διά το ένα θ' αμελήσης εξ ανάγκης το άλλο.

...συνεχίζεται



Φίλοι μου bloggers



Ενημέρωση



Blogs με ενδιαφέρον


Αγαπημένες μου αναρτήσεις

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/11/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 14/11/2008

Lockheart, 29/8/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 28/8/2008

Εχετλαίος, 26/8/2008

Πυρίσπορος, 23/8/2008

Πυρίσπορος, 08/8/2008

Πυρίσπορος, 07/8/2008

Πυρίσπορος, 05/8/2008

Edelweiss, 31/7/2008

Πυρίσπορος, 20/7/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 20/7/2008

Πυρίσπορος, 27/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 26/6/2008

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ, 24/6/2008

Πυρίσπορος, 24/6/2008

Αγαπημένο μου τετραδιάκι, 28/5/2008